Ο Ιώβ απαντά
Ο Ιώβ χλευάζει τη βοήθεια που του δόθηκε, και ύστερα ξεπερνά τον φίλο του υμνώντας τη δύναμη του Πατέρα μας: η γη κρεμασμένη στο τίποτε, τα νερά δεμένα μέσα στα σύννεφα, η θάλασσα γαληνεμένη, η Ραάβ συντριμμένη. Και όλα αυτά, λέει, είναι μόνο η αχνή άκρη ενός ψιθύρου του.
26 1Τότε ο Ιώβ απάντησε: 2«Πόσο βοήθησες τον αδύναμο! Πόσο έσωσες το μπράτσο που δεν έχει δύναμη! 3Πόσο συμβούλεψες αυτόν που δεν έχει σοφία, και μοιράστηκες άφθονα σωστή σύνεση! 4Με ποιανού τη βοήθεια είπες αυτά τα λόγια; Και ποιανού η πνοή βγήκε από σένα; 5Τα πνεύματα των νεκρών τρέμουν—αυτά που είναι κάτω από τα νερά κι όλοι όσοι κατοικούν εκεί. 6Ο τάφος είναι γυμνός μπροστά στον Πατέρα μας, κι ο Όλεθρος δεν έχει κανένα σκέπασμα. 7Απλώνει τον βόρειο ουρανό πάνω από το κενό· κρεμάει τη γη πάνω στο τίποτα. 8Τυλίγει τα νερά μέσα στα πυκνά του σύννεφα, όμως τα σύννεφα δεν σκίζονται κάτω από το βάρος τους. 9Σκεπάζει το πρόσωπο της πανσελήνου, απλώνοντας πάνω της τα σύννεφά του. 10Χάραξε έναν κύκλο πάνω στην επιφάνεια των νερών, στο σύνορο ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. 11Οι στύλοι του ουρανού τρέμουν, σαστισμένοι από την επίπληξή του. 12Με τη δύναμή του γαλήνεψε τη θάλασσα· με τη σύνεσή του συνέτριψε το θαλάσσιο τέρας Ραάβ. 13Με την πνοή του ο ουρανός καθάρισε· το χέρι του τρύπησε το φίδι που έφευγε. 14Κι αυτά είναι μόνο οι άκρες των δρόμων του—πόσο αμυδρός είναι ο ψίθυρος που ακούμε γι’ αυτόν! Μα τη βροντή της δύναμής του ποιος μπορεί να την καταλάβει;»