Ο Πατέρας μας καλεί τους βασιλιάδες στη δικαιοσύνη
Ο Πατέρας μας στέλνει τον Ιερεμία στο ίδιο το παλάτι. Ο Ιωσίας υπερασπίστηκε τους φτωχούς και του πήγαν όλα καλά· οι γιοι του χτίζουν με κέδρο και απλήρωτη εργασία. Ο Σαλλούμ δεν θα ξαναδεί ποτέ την πατρίδα του, ο Ιωακείμ θα ταφεί όπως θάβεται ένα γαϊδούρι, και ο Χονίας αποσπάται σαν σφραγιστικό δαχτυλίδι.
22 1Να τι λέει ο Πατέρας μας: Κατέβα στο παλάτι του βασιλιά του Ιούδα και πες εκεί αυτόν τον λόγο,
2και πες: Άκουσε τον λόγο του Πατέρα μας, βασιλιά του Ιούδα, εσύ που κάθεσαι στον θρόνο του Δαβίδ — εσύ, οι αυλικοί σου κι ο λαός σου που μπαίνετε απ’ αυτές τις πύλες. 3Να τι λέει ο Πατέρας μας: Να εφαρμόζετε το δίκαιο και το σωστό· γλιτώστε αυτόν που τον λήστεψαν από το χέρι του καταπιεστή. Μην αδικείτε κανέναν ξένο, ορφανό ή χήρα, μην τους κακομεταχειρίζεστε, και μη χύνετε εδώ αθώο αίμα. 4Γιατί, αν πράγματι τα εφαρμόσετε αυτά, θα μπαίνουν απ’ αυτές τις πύλες βασιλιάδες που θα κάθονται στον θρόνο του Δαβίδ, καβάλα σε άρματα και άλογα — ο βασιλιάς, οι αυλικοί του κι ο λαός του. 5Αν όμως δεν ακούσετε αυτά τα λόγια, ορκίζομαι στον εαυτό μου, λέει ο Πατέρας μας, πως αυτό το παλάτι θα γίνει ερείπιο.
6Να τι λέει ο Πατέρας μας για το βασιλικό παλάτι του Ιούδα: Είσαι για μένα σαν τη Γαλαάδ, σαν την κορυφή του Λιβάνου· κι όμως θα σε κάνω έρημο, πόλεις όπου δεν κατοικεί κανείς. 7Θα ξεχωρίσω εναντίον σου καταστροφείς, τον καθένα με τα όπλα του· θα κόψουν τους διαλεχτούς σου κέδρους και θα τους ρίξουν στη φωτιά.
8Πολλά έθνη θα περνούν από τούτη την πόλη και θα ρωτάει ο ένας τον άλλο: «Γιατί ο Κύριος φέρθηκε έτσι σ’ αυτή τη μεγάλη πόλη;»
9Και θα απαντούν: «Επειδή εγκατέλειψαν τη διαθήκη του Πατέρα τους, λάτρεψαν άλλους θεούς και τους υπηρέτησαν».
Ο Πατέρας μας μιλάει για τον Σαλλούμ
10Μην κλαίτε για τον νεκρό ούτε να τον θρηνείτε· κλάψτε πικρά για εκείνον που φεύγει, γιατί δε θα γυρίσει ποτέ πίσω να δει τη γη που γεννήθηκε.
11Να τι λέει ο Πατέρας μας για τον Σαλλούμ, τον γιο του Ιωσία, τον βασιλιά του Ιούδα, που διαδέχτηκε τον πατέρα του στον θρόνο κι έφυγε απ’ αυτόν τον τόπο: Δε θα ξαναγυρίσει ποτέ. 12Θα πεθάνει στον τόπο όπου τον πήραν αιχμάλωτο και δε θα ξαναδεί αυτή τη γη.
13Αλίμονο σ’ εκείνον που χτίζει το σπίτι του με την αδικία και τα πάνω δωμάτιά του με την καταπίεση, που βάζει τον συνάνθρωπό του να δουλεύει χωρίς αμοιβή και δεν του δίνει τον μισθό του, 14που λέει: «Θα χτίσω για τον εαυτό μου ένα πελώριο σπίτι με ευρύχωρα πάνω δωμάτια», και του ανοίγει φαρδιά παράθυρα, το επενδύει με κέδρο και το βάφει κατακόκκινο.
15Μήπως βασιλεύεις επειδή ξεπερνάς τους άλλους στον κέδρο; Ο πατέρας σου έτρωγε κι έπινε, κι όμως εφάρμοζε το δίκαιο και τη δικαιοσύνη, και γι’ αυτό όλα του πήγαιναν καλά.
16Υπερασπιζόταν την υπόθεση του φτωχού και του άπορου, και γι’ αυτό όλα πήγαιναν καλά. Δεν είναι αυτό να γνωρίζει κανείς εμένα; λέει ο Πατέρας μας. 17Μα τα μάτια σου κι η καρδιά σου είναι στραμμένα μόνο στο ανέντιμο κέρδος σου, στο να χύνεις αθώο αίμα, και στο να ασκείς καταπίεση και βία.
18Γι’ αυτό ο Πατέρας μας λέει για τον Ιωακείμ, τον γιο του Ιωσία, τον βασιλιά του Ιούδα: Κανείς δε θα τον θρηνήσει: «Αλίμονο, αδελφέ μου!» ή «Αλίμονο, αδελφή μου!» Κανείς δε θα τον θρηνήσει: «Αλίμονο, κύριε!» ή «Αλίμονο, μεγαλειότατε!» 19Θα τον θάψουν με ταφή γαϊδάρου — θα τον σύρουν και θα τον πετάξουν έξω, πέρα από τις πύλες της Ιερουσαλήμ. 20Ανέβα στον Λίβανο και φώναξε· ύψωσε τη φωνή σου στη Βασάν· φώναξε από τα όρη Αβαρίμ, γιατί όλοι οι εραστές σου συντρίφτηκαν. a a v20 Τα Αβαρίμ είναι μια οροσειρά ανατολικά του ποταμού Ιορδάνη, κοντά στις πεδιάδες του Μωάβ. 21Σου μίλησα στις μέρες της ευημερίας σου, μα εσύ είπες: «Δε θ’ ακούσω». Αυτός ήταν ο δρόμος σου από τα νιάτα σου· δεν υπάκουσες στη φωνή μου. 22«Ο άνεμος θα βοσκήσει μακριά όλους τους βοσκούς σου, κι οι εραστές σου θα πάνε στην αιχμαλωσία· τότε θα ντροπιαστείς και θα ταπεινωθείς εξαιτίας όλης της κακίας σου. 23Εσύ που κατοικείς στον Λίβανο, φωλιασμένη ανάμεσα στους κέδρους, πόσο θα στενάξεις όταν σε πιάσουν οι πόνοι, αγωνία σαν της γυναίκας που γεννάει!»
24Όσο ζω, λέει ο Πατέρας μας, ακόμη κι αν ο Χονίας, ο γιος του Ιωακείμ, ο βασιλιάς του Ιούδα, ήταν δαχτυλίδι-σφραγίδα στο δεξί μου χέρι, κι από εκεί θα σε ξερίζωνα. 25«Θα σε παραδώσω σ’ εκείνους που ζητούν τη ζωή σου, σ’ εκείνους που τρέμεις — στον Ναβουχοδονόσορα, τον βασιλιά της Βαβυλώνας, και στους Βαβυλώνιους. 26Θα πετάξω εσένα και τη μάνα σου που σε γέννησε σε μια άλλη χώρα, όπου δε γεννηθήκατε — εκεί θα πεθάνετε. 27Κι όσο για τη χώρα που λαχταρούν να γυρίσουν, εκεί δε θα γυρίσουν ποτέ».
28Μήπως αυτός ο άνθρωπος, ο Χονίας, είναι ένα περιφρονημένο, σπασμένο σταμνί, ένα σκεύος που κανείς δεν το θέλει; Γιατί να πεταχτούν αυτός και τα παιδιά του και να ριχτούν σε μια χώρα που δεν τη γνωρίζουν; 29Γη, γη, γη, άκουσε τον λόγο του Πατέρα μας!
30Να τι λέει ο Πατέρας μας: Καταγράψτε αυτόν τον άνθρωπο ως άτεκνο, άνθρωπο που δε θα ευημερήσει στη ζωή του· γιατί κανένας από τους απογόνους του δε θα ευημερήσει, κανένας δε θα καθίσει στον θρόνο του Δαβίδ ούτε θα ξανακυβερνήσει στον Ιούδα.