Ο Υιός Συναντά τον Διώκτη του
Ο Σαύλος βρίσκεται στον δρόμο για τη Δαμασκό με εντάλματα σύλληψης, όταν ένα φως τον ρίχνει κάτω και μια φωνή ρωτά γιατί την καταδιώκει. Τυφλός τρεις ημέρες, θεραπευμένος από έναν φοβισμένο Ανανία, αρχίζει να κηρύττει. Οι πιστοί τον αμφισβητούν ώσπου ο Βαρνάβας εγγυάται γι' αυτόν. Ο Πέτρος ανασταίνει την Ταβιθά στην Ιόππη.
9 1Ο Σαύλος όμως, πνέοντας ακόμη απειλές και φόνο κατά των μαθητών του Κυρίου, πήγε στον αρχιερέα 2και του ζήτησε επιστολές για τις συναγωγές της Δαμασκού, ώστε, αν έβρισκε κάποιους που ανήκαν στην Οδό, άντρες ή γυναίκες, να τους φέρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ. a a v2 «Η Οδός» ήταν το πιο πρώιμο όνομα για τους ακόλουθους του Ιησού, προτού ονομαστούν Χριστιανοί. 3Καθώς ταξίδευε και πλησίαζε στη Δαμασκό, ξαφνικά τον περιέλαμψε ένα φως από τον ουρανό.
4Έπεσε στη γη και άκουσε μια φωνή να του λέει: «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;»
5Εκείνος είπε: «Ποιος είσαι, Κύριε;» Και εκείνος απάντησε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίο εσύ καταδιώκεις.
6Σήκω όμως και μπες στην πόλη, και θα σου πουν τι πρέπει να κάνεις».
7Οι άντρες που ταξίδευαν μαζί του στάθηκαν άναυδοι, γιατί άκουγαν τη φωνή αλλά δεν έβλεπαν κανέναν. 8Ο Σαύλος σηκώθηκε από τη γη, αλλά, αν και είχε τα μάτια του ανοιχτά, δεν έβλεπε τίποτα· τον πήραν από το χέρι και τον οδήγησαν μέσα στη Δαμασκό. 9Για τρεις μέρες ήταν τυφλός και ούτε έφαγε ούτε ήπιε.
10Στη Δαμασκό ζούσε ένας μαθητής που ονομαζόταν Ανανίας. Σε ένα όραμα ο Κύριος του είπε: «Ανανία». Εκείνος απάντησε: «Εδώ είμαι, Κύριε».
11Ο Κύριος του είπε: «Σήκω, πήγαινε στον δρόμο που λέγεται Ευθεία, και ζήτησε στο σπίτι του Ιούδα έναν άντρα από την Ταρσό που ονομάζεται Σαύλος — αυτός προσεύχεται, 12και σε όραμα είδε έναν άντρα που ονομάζεται Ανανίας να μπαίνει και να βάζει τα χέρια του πάνω του, για να ξαναβρεί το φως του».
13Ο Ανανίας απάντησε: «Κύριε, πολλοί μου έχουν μιλήσει γι’ αυτόν τον άνθρωπο — για το κακό που έκανε στους αγίους σου στην Ιερουσαλήμ. 14Και εδώ έχει εξουσία από τους αρχιερείς να δέσει όλους όσους επικαλούνται το όνομά σου».
15Ο Κύριος όμως του είπε: «Πήγαινε, γιατί αυτός ο άνθρωπος είναι το εκλεκτό μου όργανο, για να φέρει το όνομά μου μπροστά σε έθνη, βασιλιάδες και στον λαό του Ισραήλ. 16Γιατί εγώ θα του δείξω πόσα πρέπει να πάθει για χάρη του ονόματός μου».
17Ο Ανανίας πήγε και μπήκε στο σπίτι. Έβαλε τα χέρια του πάνω στον Σαύλο και είπε: «Αδελφέ Σαούλ, ο Κύριος Ιησούς — αυτός που σου εμφανίστηκε στον δρόμο που ταξίδευες — με έστειλε, για να ξαναβρείς το φως σου και να γεμίσεις με το Άγιο Πνεύμα». 18Αμέσως έπεσαν από τα μάτια του κάτι σαν λέπια, και ξαναβρήκε το φως του. Σηκώθηκε και βαφτίστηκε, 19και, αφού έφαγε, ανέκτησε τις δυνάμεις του. Για μερικές μέρες έμεινε με τους μαθητές στη Δαμασκό, 20και αμέσως άρχισε να κηρύττει τον Ιησού στις συναγωγές, ότι αυτός είναι ο Υιός του Πατέρα μας. 21Όλοι όσοι τον άκουγαν έμεναν κατάπληκτοι και έλεγαν: «Δεν είναι αυτός ο άνθρωπος που προκάλεσε τόσο μεγάλη καταστροφή στην Ιερουσαλήμ ανάμεσα σ’ εκείνους που επικαλούνται αυτό το όνομα; Και δεν ήρθε εδώ γι’ αυτό: για να τους φέρει δεμένους μπροστά στους αρχιερείς;»
22Ο Σαύλος όμως δυνάμωνε ακόμη περισσότερο και έφερνε σε αμηχανία τους Ιουδαίους που ζούσαν στη Δαμασκό, αποδεικνύοντας ότι αυτός είναι ο Χριστός.
23Αφού πέρασαν πολλές μέρες, οι Ιουδαίοι συνωμότησαν να τον σκοτώσουν, 24αλλά ο Σαύλος έμαθε τη συνωμοσία τους· παραφύλαγαν τις πύλες μέρα και νύχτα για να τον σκοτώσουν, 25οι μαθητές του όμως τον κατέβασαν μέσα από το τείχος μέσα σ’ ένα καλάθι τη νύχτα.
26Όταν έφτασε στην Ιερουσαλήμ, προσπάθησε να προσκολληθεί στους μαθητές, αλλά όλοι τον φοβούνταν, γιατί δεν πίστευαν ότι ήταν μαθητής. 27Ο Βαρνάβας όμως τον πήρε και τον οδήγησε στους αποστόλους, και τους εξήγησε πώς ο Σαύλος είχε δει τον Κύριο στον δρόμο, και ότι εκείνος του μίλησε, και πώς στη Δαμασκό είχε μιλήσει με θάρρος στο όνομα του Ιησού. 28Έτσι έμενε μαζί τους, κινούμενος ελεύθερα μέσα στην Ιερουσαλήμ, μιλώντας με θάρρος στο όνομα του Κυρίου. 29Μιλούσε και συζητούσε με τους Ελληνιστές, εκείνοι όμως ζητούσαν να τον σκοτώσουν. b b v29 Ελληνιστές: ελληνόφωνοι Ιουδαίοι που είχαν υιοθετήσει την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα. 30Όταν οι αδελφοί το έμαθαν αυτό, τον κατέβασαν στην Καισάρεια και τον έστειλαν στην Ταρσό.
Ο Υιός Θεραπεύει τον Αινέα μέσω του Πέτρου
31Έτσι η εκκλησία σε όλη την Ιουδαία, τη Γαλιλαία και τη Σαμάρεια είχε ειρήνη και στερεωνόταν· και, καθώς πορευόταν με τον φόβο του Κυρίου και με την παρηγοριά του Αγίου Πνεύματος, πλήθαινε σε αριθμό.
32Καθώς ο Πέτρος περιόδευε ανάμεσα σε όλους τους πιστούς, κατέβηκε και στους αγίους που ζούσαν στη Λύδδα. 33Εκεί βρήκε έναν άντρα που ονομαζόταν Αινέας, ο οποίος ήταν κατάκοιτος εδώ και οχτώ χρόνια, γιατί ήταν παράλυτος. 34Ο Πέτρος του είπε: «Αινέα, ο Ιησούς Χριστός σε θεραπεύει. Σήκω και στρώσε το κρεβάτι σου». Εκείνος σηκώθηκε αμέσως. 35Και όλοι όσοι ζούσαν στη Λύδδα και στον Σάρωνα τον είδαν, και στράφηκαν στον Κύριο.
36Στην Ιόππη ζούσε μια μαθήτρια που ονομαζόταν Ταβιθά, που σημαίνει Δορκάδα. Ήταν γεμάτη καλά έργα και βοήθεια προς τους φτωχούς. c c v36 Και το Ταβιθά (αραμαϊκό) και το Δορκάδα (ελληνικό) σημαίνουν «γαζέλα». 37Εκείνες τις μέρες αρρώστησε και πέθανε· την έλουσαν και την ξάπλωσαν σε ένα ανώγειο δωμάτιο. 38Επειδή η Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη, οι μαθητές, όταν άκουσαν ότι ο Πέτρος ήταν εκεί, του έστειλαν δύο άντρες και τον παρακαλούσαν: «Μην αργήσεις να έρθεις σ’ εμάς». 39Ο Πέτρος λοιπόν σηκώθηκε και πήγε μαζί τους. Όταν έφτασε, τον ανέβασαν στο ανώγειο. Όλες οι χήρες στάθηκαν γύρω του κλαίγοντας και του έδειχναν τους χιτώνες και τα πανωφόρια που είχε φτιάξει η Δορκάδα όσο ήταν μαζί τους. 40Ο Πέτρος έβγαλε όλους έξω, γονάτισε και προσευχήθηκε. Στρέφοντας προς το σώμα, είπε: «Ταβιθά, σήκω». Εκείνη άνοιξε τα μάτια της, είδε τον Πέτρο και ανακάθισε. 41Της έδωσε το χέρι του και τη σήκωσε. Φώναξε τους αγίους και τις χήρες και την παρουσίασε ζωντανή. 42Αυτό έγινε γνωστό σε όλη την Ιόππη, και πολλοί πίστεψαν στον Κύριο. 43Και έμεινε στην Ιόππη πολλές μέρες, σε έναν άντρα που ονομαζόταν Σίμων, έναν βυρσοδέψη.