Γιατί ο Παντοδύναμος Δεν Ορίζει Καιρούς
Ο Ιώβ ρωτά γιατί ο Παντοδύναμος δεν κρατά ημερολόγιο κρίσης. Απαριθμεί όσα μένουν αναπάντητα: ορόσημα που μετακινήθηκαν, το βόδι μιας χήρας που αρπάχτηκε, οι φτωχοί που κοιμούνται γυμνοί στη βροχή των βουνών, φονιάδες και κλέφτες που δουλεύουν στο σκοτάδι, ενώ οι ετοιμοθάνατοι στενάζουν και ο Θεός δεν καταλογίζει τίποτε σε κανέναν.
24 1«Γιατί ο Παντοδύναμος δεν ορίζει καιρούς για κρίση; Γιατί όσοι τον γνωρίζουν δεν βλέπουν ποτέ τις ημέρες του; 2Οι ασεβείς μετακινούν τα ορόσημα· αρπάζουν κοπάδια και τα βόσκουν σαν δικά τους. 3Διώχνουν το γαϊδούρι του ορφανού· παίρνουν ενέχυρο το βόδι της χήρας. 4Σπρώχνουν τους ενδεείς έξω από το δρόμο, κι έτσι οι φτωχοί της γης αναγκάζονται να κρυφτούν. 5Κοίτα—σαν άγρια γαϊδούρια στην έρημο, οι φτωχοί βγαίνουν στη δουλειά τους ψάχνοντας για τροφή· η ερημιά δίνει ψωμί για τα παιδιά τους. 6Θερίζουν χορτάρι σε χωράφια που δεν είναι δικά τους και μαζεύουν τα απομεινάρια από το αμπέλι του ασεβή. 7Περνούν τη νύχτα γυμνοί, χωρίς ρούχα, χωρίς σκέπασμα ενάντια στο κρύο. 8Τους μουσκεύουν οι βροχές των βουνών και ζαρώνουν πάνω στο βράχο επειδή δεν έχουν καταφύγιο. 9Αρπάζουν το ορφανό από το στήθος, και παίρνουν ενέχυρο το βρέφος του φτωχού. 10Τριγυρίζουν γυμνοί, χωρίς ρούχα· πεινασμένοι, κουβαλούν τα δεμάτια. 11Ανάμεσα στους ελαιώνες στύβουν το λάδι· δουλεύουν στα πατητήρια, κι όμως διψούν. 12Μέσα από την πόλη βογκούν οι ετοιμοθάνατοι, και οι λαιμοί των πληγωμένων κραυγάζουν για βοήθεια—όμως ο Θεός δεν κατηγορεί κανέναν για το κακό.
13«Υπάρχουν εκείνοι που επαναστατούν ενάντια στο φως· δεν γνωρίζουν τους δρόμους του ούτε μένουν στα μονοπάτια του. 14Την αυγή σηκώνεται ο φονιάς για να σκοτώσει τον φτωχό και τον ενδεή, και τη νύχτα τριγυρίζει σαν κλέφτης. 15Το μάτι του μοιχού περιμένει το σούρουπο, λέγοντας, “Κανένα μάτι δεν θα με δει”, και κρατάει το πρόσωπό του κρυμμένο. 16Μέσα στο σκοτάδι παραβιάζουν σπίτια· την ημέρα κλείνονται μέσα, γιατί δεν θέλουν καμιά σχέση με το φως. 17Γιατί το βαθύ σκοτάδι είναι πρωί για όλους τους· νιώθουν σαν στο σπίτι τους με τους τρόμους του σκοταδιού.
18«Κι όμως λες πως είναι γοργοί πάνω στην επιφάνεια των νερών· το μερίδιό τους στη γη είναι καταραμένο, και κανείς δεν στρέφεται προς τα αμπέλια τους. 19Όπως η ξηρασία και ο καύσωνας κλέβουν το χιόνι που λιώνει, έτσι ο τάφος αρπάζει εκείνους που αμάρτησαν. 20Η μήτρα που τους γέννησε τους ξεχνά· το σκουλήκι τους κατατρώει· δεν τους θυμάται πια κανείς, και η ασέβεια συντρίβεται σαν δέντρο. 21Αδικούν τη στείρα που δεν γεννά παιδί και δεν δείχνουν καλοσύνη στη χήρα.
22«Κι όμως με τη δύναμή του ο Θεός σέρνει μακριά τους ισχυρούς· σηκώνεται, και κανείς δεν είναι σίγουρος για τη ζωή του. 23Ο Θεός τους αφήνει να αναπαύονται με ασφάλεια, κι αυτοί στηρίζονται σ’ αυτήν, όμως τα μάτια του είναι στους δρόμους τους. 24Υψώνονται για λίγο, κι έπειτα δεν υπάρχουν πια· ταπεινώνονται και μαζεύονται σαν όλους τους άλλους, κόβονται σαν στάχυα. 25Αν δεν είναι έτσι, ποιος μπορεί να με αποδείξει ψεύτη και να εκμηδενίσει τα λόγια μου;»