Μια νύφη που ξέχασε τον Πατέρα της
Ολόκληρη η ιστορία της Ιερουσαλήμ ειπωμένη ως η ζωή μιας γυναίκας. Ένα εγκαταλειμμένο νεογέννητο που ο Πατέρας μας έσωσε, ανέθρεψε και έντυσε σαν βασίλισσα, και που έπειτα ξόδεψε κάθε δώρο σε άλλους εραστές και έκαψε ακόμη και τα παιδιά της. Η κρίση είναι ανελέητη, και ο τελευταίος λόγος είναι μια διαθήκη που δεν ξεχάστηκε.
16 1Ο λόγος του Πατέρα μας ήρθε σ’ εμένα:
2«Γιε του ανθρώπου, κάνε την Ιερουσαλήμ να αντικρίσει τις βδελυρές της πράξεις, 3και πες: Ο Κυρίαρχος Πατέρας λέει στην Ιερουσαλήμ: Η καταγωγή και η γέννησή σου ήταν στη γη των Χαναναίων· ο πατέρας σου ήταν Αμορραίος και η μητέρα σου Χετταία. 4Την ημέρα που γεννήθηκες δεν έκοψαν τον ομφάλιο λώρο σου, δεν σε έπλυναν με νερό για να καθαρίσεις, δεν σε έτριψαν με αλάτι, δεν σε τύλιξαν με σπάργανα. a a v4 Τα νεογέννητα σ’ εκείνον τον κόσμο τα έτριβαν με αλάτι και τα τύλιγαν σφιχτά με σπάργανα για να τα προστατέψουν και να τα δυναμώσουν — σ’ αυτό το παιδί δεν δόθηκε τίποτε από αυτή τη φροντίδα. 5Κανένα μάτι δεν σε λυπήθηκε τόσο ώστε να κάνει κάτι από αυτά για σένα από ευσπλαχνία· αντίθετα, σε πέταξαν στον ανοιχτό κάμπο, περιφρονημένη την ημέρα που γεννήθηκες.
6«Πέρασα και σε είδα να σπαρταράς μέσα στο αίμα σου, και καθώς ήσουν ξαπλωμένη στο αίμα σου, σου είπα: “Ζήσε!” Ναι, μέσα στο αίμα σου σου είπα: “Ζήσε!” b b v6 Όταν κανείς άλλος δεν την ήθελε, ο Πατέρας μας μίλησε ζωή πάνω στο εγκαταλειμμένο παιδί — η αγάπη του, όχι η αξία της, είναι εκεί που αρχίζει η ιστορία. 7Σε έκανα να μεγαλώσεις σαν φυτό του αγρού. Ψήλωσες κι έφτασες στην πλήρη ομορφιά σου· τα στήθη σου σχηματίστηκαν και τα μαλλιά σου μεγάλωσαν, όμως ήσουν γυμνή κι ακάλυπτη.
8«Όταν πέρασα πάλι και σε είδα, ήσουν αρκετά μεγάλη για αγάπη. Άπλωσα την άκρη του ρούχου μου πάνω σου και σκέπασα τη γύμνια σου. Σου έδωσα τον επίσημο όρκο μου κι έκανα διαθήκη μαζί σου, λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας, κι έγινες δική μου. c c v8 Το άπλωμα του ρούχου κάποιου πάνω σε έναν άλλον ήταν μια αρχαία χειρονομία μνηστείας, που τον διεκδικούσε ως σύζυγο — η ίδια πράξη που η Ρουθ ζητάει από τον Βοόζ στο Ρουθ 3:9.
9«Τότε σε έπλυνα με νερό, ξέπλυνα το αίμα από πάνω σου και σε άλειψα με λάδι. 10Σε έντυσα με κεντημένο ύφασμα και σου φόρεσα σανδάλια από καλό δέρμα, σε τύλιξα με λεπτό λινό και σε σκέπασα με πολύτιμο ύφασμα. 11Σε στόλισα με κοσμήματα: σου έβαλα βραχιόλια στους καρπούς σου και περιδέραιο γύρω από το λαιμό σου. 12Σου έβαλα κρίκο στη μύτη σου, σκουλαρίκια στ’ αυτιά σου κι ένα όμορφο στεφάνι στο κεφάλι σου. 13Έτσι ήσουν στολισμένη με χρυσάφι κι ασήμι, και τα ρούχα σου ήταν λεπτό λινό, πολύτιμο ύφασμα και κεντημένο ύφασμα. Έτρωγες καλό αλεύρι, μέλι και λάδι. Γινόσουν ολοένα πιο όμορφη κι έφτασες να γίνεις βασίλισσα. 14Η φήμη σου απλώθηκε ανάμεσα στα έθνη για την ομορφιά σου, που την έκανε τέλεια η λαμπρότητα που σου έδωσα, λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας.
15«Όμως εμπιστεύτηκες την ομορφιά σου και, εξαιτίας της φήμης σου, πορνεύτηκες, σκορπίζοντας τις χάρες σου σε όλους όσοι περνούσαν — κι η ομορφιά σου έγινε δική τους. 16Πήρες μερικά από τα ρούχα σου κι έφτιαξες για τον εαυτό σου πολύχρωμους ψηλούς τόπους, και πάνω σ’ αυτούς πορνεύτηκες. Τέτοια πράγματα δεν πρέπει ποτέ να συμβαίνουν — ποτέ! d d v16 Οι “ψηλοί τόποι” ήταν υπαίθρια ιερά σε υψώματα που χρησιμοποιούνταν για ειδωλολατρία σε όλη τη Χαναάν και τον Ισραήλ. 17Πήρες επίσης τα καλά χρυσά κι ασημένια κοσμήματά σου που σου είχα δώσει, έφτιαξες αντρικές εικόνες και πορνεύτηκες μαζί τους. 18Πήρες τα κεντημένα σου ρούχα για να τις σκεπάσεις, κι έβαλες μπροστά τους το λάδι μου και το θυμίαμά μου. 19Την τροφή που σου έδωσα — το καλό αλεύρι, το λάδι και το μέλι που σε τάιζα — την έβαλες μπροστά τους σαν ευχάριστο άρωμα. Έτσι έγινε, λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας.
20«Πήρες τους γιους και τις κόρες που μου γέννησες και τους θυσίασες στα είδωλα για τροφή. Δεν σου έφτανε η πορνεία σου; 21Έσφαξες τα παιδιά μου και τα παρέδωσες, περνώντας τα μέσα από τη φωτιά στα είδωλα. 22Μέσα σε όλα τα βδελυρά σου και την πορνεία σου ξέχασες τις ημέρες της νιότης σου, όταν ήσουν γυμνή κι ακάλυπτη, σπαρταρώντας μέσα στο αίμα σου.
23«Και μετά από όλη σου την κακία — αλίμονο, αλίμονό σου! λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας.
24«Έχτισες για τον εαυτό σου ένα ύψωμα κι έφτιαξες για τον εαυτό σου μια ψηλή εξέδρα σε κάθε δημόσια πλατεία. 25Σε κάθε γωνιά του δρόμου έχτισες την ψηλή σου εξέδρα, εξευτέλισες την ομορφιά σου, πρόσφερες τον εαυτό σου σε κάθε περαστικό και πολλαπλασίασες την πορνεία σου. 26Πορνεύτηκες με τους Αιγυπτίους, τους λάγνους γείτονές σου, και πολλαπλασίασες την πορνεία σου για να με προκαλέσεις. 27Έτσι άπλωσα το χέρι μου εναντίον σου και περιόρισα την περιοχή σου. Σε παρέδωσα στην απληστία των εχθρών σου, των θυγατέρων των Φιλισταίων, που ντρέπονταν για την άσεμνη διαγωγή σου. 28Πορνεύτηκες επίσης με τους Ασσυρίους, ακόρεστη· πορνεύτηκες μαζί τους, κι όμως δεν χόρτασες. 29Αύξησες την πορνεία σου ως τη Βαβυλώνα, μια χώρα εμπόρων, κι όμως ούτε μ’ αυτό χόρτασες».
30«Πόσο αδύναμη είναι η καρδιά σου, λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας, που έκανες όλα αυτά, το έργο μιας ξεδιάντροπης πόρνης!
31«Όταν έχτισες το ύψωμά σου σε κάθε γωνιά κι έφτιαξες την εξέδρα σου σε κάθε πλατεία, δεν ήσουν ούτε καν σαν πόρνη, αφού αρνιόσουν την πληρωμή.
32«Μοιχαλίδα γυναίκα! Παίρνεις ξένους αντί για τον ίδιο σου τον άντρα. 33Οι άντρες δίνουν δώρα σε όλες τις πόρνες, αλλά εσύ έδινες δώρα σε όλους τους εραστές σου, δωροδοκώντας τους για να έρθουν σ’ εσένα από παντού για την πορνεία σου. 34Στην πορνεία σου ήσουν το αντίθετο από τις άλλες γυναίκες: κανείς δεν σε ζητούσε. Εσύ πλήρωνες, αλλά κανείς δεν σε πλήρωνε — ακριβώς το αντίθετο.
35«Γι’ αυτό, πόρνη, άκουσε το λόγο του Πατέρα μας! 36Να τι λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας: «Επειδή η λαγνεία σου ξεχύθηκε κι η γύμνια σου ξεσκεπάστηκε καθώς πορνευόσουν με τους εραστές σου και όλα τα βδελυρά σου είδωλα, κι επειδή τους έδωσες το αίμα των παιδιών σου, 37γι’ αυτό θα μαζέψω όλους τους εραστές με τους οποίους ευχαριστιόσουν — αυτούς που αγάπησες κι αυτούς που μίσησες — θα τους φέρω εναντίον σου από παντού, θα σε γυμνώσω μπροστά τους, και θα δουν όλη τη γύμνια σου. 38Θα σε καταδικάσω όπως καταδικάζονται οι μοιχαλίδες κι οι φόνισσες, και θα φέρω πάνω σου το αίμα της οργής και της ζήλιας. 39Θα σε παραδώσω στους εραστές σου. Θα γκρεμίσουν τα υψώματά σου, θα κατεδαφίσουν τις ψηλές σου εξέδρες, θα σου βγάλουν τα ρούχα, θα πάρουν τα καλά σου κοσμήματα και θα σε αφήσουν γυμνή κι ακάλυπτη. 40Θα φέρουν εναντίον σου ένα πλήθος για να σε λιθοβολήσουν και να σε κατακομματιάσουν με τα σπαθιά τους. 41Θα κάψουν τα σπίτια σου και θα εκτελέσουν την κρίση πάνω σου μπροστά σε πολλές γυναίκες. Θα βάλω τέλος στην πορνεία σου, και δεν θα πληρώνεις πια τους εραστές σου. 42Τότε η οργή μου εναντίον σου θα ησυχάσει, η ζήλια μου θα σε αφήσει· θα είμαι ήρεμος, δεν θα οργίζομαι πια».
43«Επειδή δεν θυμήθηκες τη νιότη σου, αλλά με εξόργισες με όλα αυτά, θα ρίξω πάνω στο κεφάλι σου αυτά που έκανες, λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας. Δεν πρόσθεσες την ασέλγεια σε όλες τις άλλες βδελυρές σου πράξεις;
44«Καθένας που λέει παροιμίες θα πει αυτή την παροιμία για σένα: “Κατά μάνα, κατά κόρη”». 45Είσαι η κόρη της μητέρας σου, που μίσησε τον άντρα και τα παιδιά της. Είσαι η αδελφή των αδελφών σου, που μίσησαν τα δικά τους. Η μητέρα σου ήταν Χετταία κι ο πατέρας σου Αμορραίος. 46Βόρεια από σένα ζούσε η μεγαλύτερη αδελφή σου η Σαμάρεια με τις κόρες της· νότια από σένα, η μικρότερη αδελφή σου τα Σόδομα με τις κόρες της. 47Δεν ακολούθησες μόνο τους δρόμους τους και δεν αντέγραψες μόνο τις βδελυρές τους πράξεις· σε όλους τους δρόμους σου γρήγορα έγινες πιο διεφθαρμένη από αυτές. 48Ζω εγώ, λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας, η αδελφή σου τα Σόδομα κι οι κόρες της ποτέ δεν έκαναν αυτά που έκανες εσύ κι οι κόρες σου.
49«Αυτή ήταν η αμαρτία της αδελφής σου των Σοδόμων: αυτή κι οι κόρες της ήταν αλαζόνες, υπερχορτασμένες κι αδιάφορες· ποτέ δεν βοήθησαν τον φτωχό και τον άπορο. 50Ήταν αλαζόνες κι έκαναν βδελυρά πράγματα μπροστά μου. Γι’ αυτό τις εξαφάνισα όταν το είδα. 51Η Σαμάρεια δεν έκανε ούτε τις μισές από τις αμαρτίες σου. Εσύ πολλαπλασίασες τα βδελυρά σου πέρα από τα δικά τους, κάνοντας τις αδελφές σου να φαίνονται δίκαιες με όλα όσα έκανες. 52Σήκωσε την ντροπή σου, γιατί έδωσες στις αδελφές σου μια δικαιολογία. Αφού οι αμαρτίες σου ήταν πιο βδελυρές από τις δικές τους, φαίνονται πιο δίκαιες από σένα. Γι’ αυτό ντράπου και σήκωσε την ντροπή σου, γιατί έκανες τις αδελφές σου να φαίνονται δίκαιες.
53«Όμως θα αποκαταστήσω την τύχη των Σοδόμων και των κορών της, της Σαμάρειας και των κορών της, και τη δική σου τύχη μαζί τους, 54ώστε να σηκώσεις την ντροπή σου, ντροπιασμένη για όλα όσα έκανες παρηγορώντας τες. 55Οι αδελφές σου, τα Σόδομα κι η Σαμάρεια με τις κόρες τους, θα επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάστασή τους, κι εσύ με τις κόρες σου στη δική σου. 56Δεν ήθελες ούτε καν να αναφέρεις την αδελφή σου τα Σόδομα στις ημέρες της περηφάνιας σου, 57προτού ξεσκεπαστεί η δική σου κακία. Τώρα σε κοροϊδεύουν οι θυγατέρες του Εδώμ κι όλοι οι γείτονές της, κι οι θυγατέρες των Φιλισταίων — όλοι γύρω σου που σε περιφρονούν. 58Θα σηκώσεις τις συνέπειες της ασέλγειας και των βδελυρών σου πράξεων, λέει ο Πατέρας μας.
59Ο Κυρίαρχος Πατέρας λέει: “Θα σου φερθώ όπως σου αξίζει, επειδή περιφρόνησες τον όρκο μου καταπατώντας τη διαθήκη. 60«Όμως εγώ θα θυμηθώ τη διαθήκη μου μαζί σου στις ημέρες της νιότης σου, και θα συνάψω μαζί σου μια αιώνια διαθήκη. e e v60 Ακόμα και μετά από κάθε προδοσία, ο Πατέρας μας δεν θα αφήσει τη σχέση να τελειώσει — δεσμεύεται ο ίδιος σε μια αιώνια διαθήκη, την ίδια πιστή αγάπη που φτάνει στην πληρότητά της στον Ιησού. 61Τότε θα θυμηθείς τους δρόμους σου και θα ντραπείς όταν δεχτείς τις αδελφές σου, και τις μεγαλύτερες και τις μικρότερες. Θα σου τις δώσω ως κόρες, αλλά όχι εξαιτίας της διαθήκης μας μαζί σου. 62Έτσι θα συνάψω τη διαθήκη μου μαζί σου, και θα μάθεις ότι εγώ είμαι ο Πατέρας σου. 63Όταν κάνω εξιλέωση για σένα για όλα όσα έκανες, θα θυμηθείς και θα ντραπείς, και δεν θα ανοίξεις ποτέ ξανά το στόμα σου εξαιτίας της ντροπής σου, λέει ο Κυρίαρχος Πατέρας”».