Ο Πατέρας μας Ακούει την Επίμονη Κραυγή
Μια χήρα εξαντλεί έναν άδικο κριτή, και ένας τελώνης που δεν σηκώνει τα μάτια του γυρίζει σπίτι δικαιωμένος μπροστά στον Πατέρα μας, ενώ ο Φαρισαίος όχι. Τα παιδιά γίνονται δεκτά, ένας πλούσιος άρχοντας φεύγει λυπημένος, και ένας τυφλός ζητιάνος έξω από την Ιεριχώ φωνάζει ώσπου ο Ιησούς σταματά.
18 1Τότε ο Ιησούς τους είπε μια παραβολή για το ότι πρέπει πάντα να προσεύχονται και να μη χάνουν ποτέ το θάρρος τους.
2«Σε κάποια πόλη ήταν ένας δικαστής που ούτε τον Θεό φοβόταν ούτε τους ανθρώπους σεβόταν. 3Μια χήρα σ’ εκείνη την πόλη ερχόταν συνέχεια σ’ αυτόν και του έλεγε: “Απόδωσέ μου το δίκιο απέναντι στον αντίδικό μου”. 4Για ένα διάστημα αρνιόταν, όμως ύστερα είπε μέσα του: “Αν και δεν φοβάμαι τον Θεό ούτε σέβομαι τους ανθρώπους, 5επειδή αυτή η χήρα με ταλαιπωρεί συνέχεια, θα της αποδώσω το δίκιο, για να μη με καταπονεί με τις ατελείωτες επισκέψεις της”».
6Και ο Κύριος είπε: «Ακούστε τι λέει ο άδικος δικαστής. 7Δεν θα αποδώσει ο Πατέρας μας το δίκιο στους εκλεκτούς του που του φωνάζουν μέρα και νύχτα; Θα συνεχίσει να καθυστερεί; 8Σας λέω, θα τους αποδώσει το δίκιο γρήγορα. Όταν όμως έρθει ο Υιός του Ανθρώπου, θα βρει πίστη στη γη;»
Η Ταπεινή Καρδιά Βρίσκει Έλεος
9Είπε ακόμη αυτή την παραβολή σε μερικούς που είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους ότι ήταν δίκαιοι και περιφρονούσαν όλους τους άλλους:
10«Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στον ναό για να προσευχηθούν, ο ένας Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. 11Ο Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν για τον εαυτό του: “Θεέ, σ’ ευχαριστώ που δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους—άρπαγες, άδικους, μοιχούς—ή ακόμη σαν αυτόν τον τελώνη”. 12“Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα· δίνω το δέκατο απ’ όλα όσα αποκτώ”. 13Ο τελώνης όμως, στεκόμενος μακριά, δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του λέγοντας: “Πατέρα μας, ελέησέ με, τον αμαρτωλό”. 14Σας λέω, αυτός ο άνθρωπος πήγε στο σπίτι του δικαιωμένος, όχι ο άλλος. Όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί· και όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί».
Η Βασιλεία του Πατέρα Ανήκει στα Παιδιά
15Του έφερναν μάλιστα και τα βρέφη τους για να τα αγγίξει, όμως οι μαθητές το είδαν αυτό και τους μάλωναν.
16Ο Ιησούς όμως κάλεσε κοντά του τα παιδιά και είπε: «Αφήστε τα παιδιά να έρθουν σ’ εμένα· μην τα εμποδίζετε—η βασιλεία του Πατέρα μας ανήκει σ’ αυτούς που τους μοιάζουν. 17Αληθινά σας λέω: όποιος δεν δεχτεί τη βασιλεία του Πατέρα μας σαν μικρό παιδί, δεν θα μπει ποτέ σ’ αυτήν».
Το Ένα Πράγμα που δεν Μπορεί να Αγοράσει ο Πλούτος
18Κάποιος άρχοντας τον ρώτησε: «Αγαθέ Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;»
19Ο Ιησούς του είπε: «Γιατί με λες αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ο Πατέρας μας. a a v19 Ο Ιησούς στρέφει την καρδιά του νέου προς τον Πατέρα μας ως την πηγή κάθε αγαθότητας—χωρίς να αρνείται τη δική του αγαθότητα, αλλά στρέφοντας τον άνθρωπο προς τον Πατέρα.
20Ξέρεις τις εντολές: “Μη μοιχεύσεις, Μη φονεύσεις, Μην κλέψεις, Μην ψευδομαρτυρήσεις, Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου”».
21«Όλα αυτά τα τήρησα από τα νιάτα μου», είπε.
22Ακούγοντας το αυτό, ο Ιησούς είπε: «Ένα πράγμα σου λείπει ακόμη: πούλησε όλα όσα έχεις, δώσε τα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· ύστερα έλα, ακολούθησέ με».
23Όταν όμως το άκουσε αυτό, λυπήθηκε πολύ, γιατί ήταν υπερβολικά πλούσιος.
24Ο Ιησούς τον κοίταξε και είπε: «Πόσο δύσκολο είναι για τους πλούσιους να μπουν στη βασιλεία του Πατέρα μας! 25Γιατί είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας, παρά να μπει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Πατέρα μας».
26Όσοι το άκουσαν ρώτησαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;»
27Εκείνος όμως είπε: «Αυτά που είναι αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Πατέρα μας».
28Τότε ο Πέτρος είπε: «Δες, εμείς αφήσαμε τα σπίτια μας και σε ακολουθήσαμε».
29Εκείνος τους είπε: «Αληθινά σας λέω: κανείς δεν άφησε σπίτι, γυναίκα, αδέρφια, γονείς ή παιδιά για χάρη της βασιλείας του Πατέρα μας, 30που να μη λάβει πολλές φορές περισσότερα τώρα, και στον μέλλοντα αιώνα την αιώνια ζωή».
Ο Υιός του Ανθρώπου Πηγαίνει στον Σταυρό
31Πήρε τους Δώδεκα ιδιαιτέρως και είπε: «Δες, ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα, και όλα όσα έγραψαν οι προφήτες για τον Υιό του Ανθρώπου θα εκπληρωθούν. 32Γιατί θα παραδοθεί στους εθνικούς, θα τον εμπαίξουν, θα τον προσβάλουν και θα τον φτύσουν. 33Θα τον μαστιγώσουν και θα τον σκοτώσουν, και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί».
34Εκείνοι όμως τίποτε απ’ αυτά δεν κατάλαβαν· αυτά τα λόγια ήταν κρυμμένα απ’ αυτούς, και δεν αντιλαμβάνονταν αυτά που λέγονταν.
Η Όραση Αποκαθίσταται από τον Υιό του Πατέρα
35Καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. 36Ακούγοντας ένα πλήθος να περνάει, ρώτησε τι συνέβαινε. 37Του είπαν: «Ο Ιησούς ο Ναζωραίος περνάει». 38Τότε φώναξε: «Ιησού, Υιέ του Δαβίδ, ελέησέ με!» 39Όσοι ήταν μπροστά τον επέπληξαν και του έλεγαν να σωπάσει, εκείνος όμως φώναζε ακόμη πιο δυνατά: «Υιέ του Δαβίδ, ελέησέ με!»
40Ο Ιησούς στάθηκε και πρόσταξε να τον φέρουν κοντά του. Όταν πλησίασε, ο Ιησούς τον ρώτησε:
41«Τι θέλεις να σου κάνω;» Εκείνος είπε: «Κύριε, να ξαναδώ».
42Και ο Ιησούς του είπε: «Ξαναβρές την όρασή σου· η πίστη σου σε έσωσε».
43Αμέσως μπόρεσε να βλέπει και ακολούθησε τον Ιησού, δοξάζοντας τον Πατέρα μας. Και όλος ο λαός που το είδε δόξασε κι αυτός τον Πατέρα μας.