Ο Παύλος μπροστά στο συνέδριο
Χαστουκισμένος στην ακρόασή του, ο Παύλος διχάζει το συνέδριο κατονομάζοντας την ανάσταση, και Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Εκείνη τη νύχτα ο Ιησούς του λέει ότι θα δώσει μαρτυρία στη Ρώμη. Σαράντα άνδρες ορκίζονται να τον σκοτώσουν· ο νεαρός ανιψιός του το ακούει, και στρατιώτες τον απομακρύνουν μέσα στο σκοτάδι.
23 1Ο Παύλος κοίταξε επίμονα το συνέδριο και είπε: «Αδελφοί, έζησα τη ζωή μου μπροστά στον Πατέρα μας με απόλυτα καθαρή συνείδηση μέχρι σήμερα».
2Ο αρχιερέας Ανανίας διέταξε αυτούς που στέκονταν κοντά του να χτυπήσουν τον Παύλο στο στόμα.
3Τότε ο Παύλος του είπε: «Ο Πατέρας μας θα χτυπήσει εσένα, ασβεστωμένε τοίχε! Κάθεσαι εκεί για να με κρίνεις σύμφωνα με τον νόμο, κι όμως παραβαίνεις τον νόμο διατάζοντας να με χτυπήσουν;»
4Αυτοί που στέκονταν κοντά είπαν: «Τολμάς να βρίζεις τον αρχιερέα του Πατέρα μας;»
5Ο Παύλος είπε: «Αδελφοί, δεν ήξερα πως είναι αρχιερέας· γιατί η Γραφή λέει: “Μη μιλάς άσχημα για τον άρχοντα του λαού σου”».
6Ο Παύλος, ξέροντας πως άλλοι ήταν Σαδδουκαίοι κι άλλοι Φαρισαίοι, φώναξε μέσα στο συνέδριο: «Αδελφοί, εγώ είμαι Φαρισαίος, γιος Φαρισαίων. Δικάζομαι για την ελπίδα και την ανάσταση των νεκρών!»
7Μόλις το είπε αυτό, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους, και η συνέλευση διχάστηκε. 8Γιατί οι Σαδδουκαίοι λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση, ούτε άγγελος ούτε πνεύμα, ενώ οι Φαρισαίοι τα παραδέχονται όλα αυτά. 9Ξέσπασε μεγάλη αναταραχή. Μερικοί γραμματείς από την πλευρά των Φαρισαίων σηκώθηκαν και διαμαρτυρήθηκαν έντονα: «Δεν βρίσκουμε τίποτε κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Κι αν του μίλησε κάποιο πνεύμα ή κάποιος άγγελος;» 10Καθώς η διαμάχη γινόταν βίαιη, ο διοικητής, φοβούμενος μήπως τον Παύλο τον κάνουν κομμάτια, διέταξε τους στρατιώτες να κατεβούν, να τον αρπάξουν ανάμεσά τους και να τον φέρουν στο στρατόπεδο.
11Την επόμενη νύχτα ο Κύριος Ιησούς στάθηκε κοντά του και του είπε: «Έχε θάρρος! Όπως έδωσες μαρτυρία για μένα στην Ιερουσαλήμ, έτσι πρέπει να δώσεις μαρτυρία και στη Ρώμη».
Συνωμοσία εναντίον της ζωής του Παύλου
12Μόλις ξημέρωσε, οι Ιουδαίοι συνωμότησαν και ορκίστηκαν να μη φάνε και να μην πιουν ώσπου να σκοτώσουν τον Παύλο. 13Ήταν περισσότεροι από σαράντα αυτοί που είχαν μπει σ’ αυτή τη συνωμοσία. 14Πήγαν στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους και είπαν: «Δεθήκαμε με βαρύ όρκο να μη γευτούμε τίποτε ώσπου να σκοτώσουμε τον Παύλο. 15Τώρα λοιπόν, εσείς μαζί με το συνέδριο, ζητήστε από τον διοικητή να τον κατεβάσει σ’ εσάς, τάχα για να εξετάσετε πιο προσεκτικά την υπόθεσή του. Κι εμείς είμαστε έτοιμοι να τον σκοτώσουμε προτού φτάσει».
16Ο γιος όμως της αδελφής του Παύλου, όταν έμαθε για την ενέδρα, πήγε, μπήκε στο στρατόπεδο και το είπε στον Παύλο. 17Ο Παύλος κάλεσε έναν εκατόνταρχο και είπε: «Πήγαινε αυτόν τον νεαρό στον διοικητή· έχει κάτι να του αναφέρει».
18Εκείνος λοιπόν τον πήγε στον διοικητή και είπε: «Ο φυλακισμένος Παύλος με κάλεσε και μου ζήτησε να σου φέρω αυτόν τον νεαρό· έχει κάτι να σου πει».
19Ο διοικητής τον έπιασε από το χέρι, τον τράβηξε ιδιαιτέρως παράμερα και τον ρώτησε: «Τι έχεις να μου πεις;»
20Εκείνος είπε: «Οι Ιουδαίοι συμφώνησαν να σου ζητήσουν να κατεβάσεις αύριο τον Παύλο στο συνέδριο, προσποιούμενοι πως θέλουν να μάθουν πιο ακριβώς γι’ αυτόν. 21Μην τους ακούσεις· περισσότεροι από σαράντα άντρες τους τον περιμένουν σε ενέδρα. Έχουν δεθεί με όρκο να μη φάνε και να μην πιουν ώσπου να τον σκοτώσουν, και τώρα είναι έτοιμοι, περιμένοντας τη συγκατάθεσή σου».
22Ο διοικητής έδιωξε τον νεαρό, διατάζοντάς τον: «Μην πεις σε κανέναν πως μου το ανέφερες αυτό».
Ο Πατέρας μας προστατεύει τον μάρτυρά του
23Έπειτα κάλεσε δύο εκατόνταρχους και είπε: «Ετοιμάστε διακόσιους στρατιώτες για την Καισάρεια, και εβδομήντα ιππείς, και διακόσιους λογχοφόρους, ως τις εννιά απόψε». 24Τους είπε να ετοιμάσουν ζώα για τον Παύλο, ώστε να τον φέρουν με ασφάλεια στον κυβερνήτη Φήλικα. 25Και έγραψε ένα γράμμα που έλεγε τα εξής:
26«Ο Κλαύδιος Λυσίας, προς τον εξοχότατο κυβερνήτη Φήλικα· χαίρε.
27Τον άνθρωπο αυτόν τον έπιασαν οι Ιουδαίοι και ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν, όταν έφτασα εγώ με το στράτευμά μου και τον έσωσα, αφού έμαθα πως ήταν Ρωμαίος πολίτης. 28Θέλοντας να μάθω την κατηγορία που του έφερναν, τον κατέβασα στο συνέδριό τους. 29Βρήκα πως τον κατηγορούσαν για ζητήματα του νόμου τους, χωρίς καμία κατηγορία που να του αξίζει θάνατος ή φυλάκιση. 30Όταν μου ανέφεραν για μια συνωμοσία εναντίον του ανθρώπου, τον έστειλα αμέσως σ’ εσένα, διατάζοντας επίσης τους κατηγόρους του να παρουσιάσουν ενώπιόν σου την υπόθεσή τους εναντίον του».
31Οι στρατιώτες λοιπόν, ακολουθώντας τις διαταγές τους, πήραν τον Παύλο και τον έφεραν μέσα στη νύχτα στην Αντιπατρίδα. 32Την άλλη μέρα άφησαν τους ιππείς να συνεχίσουν μαζί του και οι ίδιοι γύρισαν στο στρατόπεδο. 33Οι ιππείς έφτασαν στην Καισάρεια, παρέδωσαν το γράμμα στον κυβερνήτη και παρουσίασαν σ’ αυτόν τον Παύλο. 34Αφού το διάβασε, ο κυβερνήτης ρώτησε από ποια επαρχία ήταν, κι έμαθε πως ήταν από την Κιλικία, 35«Θα σε ακούσω», είπε, «μόλις φτάσουν οι κατήγοροί σου». Και διέταξε να τον κρατούν υπό φρούρηση στο πραιτώριο του Ηρώδη.