Η λεηλασία της Σικλάγ και η αιχμαλωσία των οικογενειών
Ο Δαβίδ γυρίζει στη Σικλάγ και τη βρίσκει καμένη, με όλες τις οικογένειες αιχμαλωτισμένες και τους δικούς του άνδρες να μιλούν για λιθοβολισμό του· ενισχύεται στον Πατέρα μας. Ένας πεινασμένος Αιγύπτιος δούλος τον οδηγεί στους επιδρομείς. Όλα ανακτώνται, και οι εξαντλημένοι άνδρες που έμειναν πίσω παίρνουν ίσο μερίδιο.
30 1Ο Δαβίδ και οι άντρες του έφτασαν στη Σικλάγ την τρίτη μέρα· οι Αμαληκίτες είχαν κάνει επιδρομή στη Νεγκέβ και στη Σικλάγ, της επιτέθηκαν και την έκαψαν, 2και αιχμαλώτισαν τις γυναίκες και όλους όσους ήταν εκεί, μικρούς και μεγάλους· δεν σκότωσαν κανέναν, αλλά τους πήραν μαζί τους και έφυγαν. 3Όταν ο Δαβίδ και οι άντρες του έφτασαν στην πόλη, τη βρήκαν καμένη· οι γυναίκες, οι γιοι και οι κόρες τους είχαν αιχμαλωτιστεί. 4Τότε ο Δαβίδ και ο λαός του ύψωσαν τη φωνή τους και έκλαψαν, ώσπου δεν τους έμεινε πια δύναμη να κλαίνε. 5Αιχμαλωτίστηκαν και οι δύο γυναίκες του Δαβίδ, η Αχινοάμ από την Ιζρεέλ και η Αβιγαία, η χήρα του Νάβαλ από τον Κάρμηλο. 6Ο Δαβίδ βρέθηκε σε μεγάλη στενοχώρια, γιατί ο λαός μιλούσε να τον λιθοβολήσει, καθώς ο καθένας ήταν πικραμένος για τους γιους και τις κόρες του· όμως ο Δαβίδ βρήκε δύναμη στον Πατέρα μας.
7Ο Δαβίδ είπε στον Αβιάθαρ τον ιερέα, τον γιο του Αχιμέλεχ: «Φέρε μου το εφόδ». Και ο Αβιάθαρ έφερε το εφόδ στον Δαβίδ.
8Ο Δαβίδ ρώτησε τον Πατέρα μας: «Να καταδιώξω αυτούς τους επιδρομείς; Θα τους προλάβω;» «Καταδίωξέ τους», του είπε. «Οπωσδήποτε θα τους προλάβεις και θα ελευθερώσεις τους πάντες».
9Έτσι ο Δαβίδ και οι εξακόσιοι άντρες του έφτασαν στην κοιλάδα Βεσόρ, όπου κάποιοι έμειναν πίσω. 10Ο Δαβίδ συνέχισε την καταδίωξη με τετρακόσιους άντρες· οι διακόσιοι έμειναν πίσω, γιατί ήταν πολύ εξαντλημένοι για να διασχίσουν την κοιλάδα Βεσόρ. 11Βρήκαν έναν Αιγύπτιο στα χωράφια, τον έφεραν στον Δαβίδ και του έδωσαν ψωμί και νερό. 12Του έδωσαν ένα κομμάτι πίτα από σύκα και δύο τσαμπιά σταφίδες. Έφαγε, και οι δυνάμεις του επανήλθαν, γιατί δεν είχε φάει ψωμί ούτε είχε πιει νερό τρεις μέρες και τρεις νύχτες. 13Ο Δαβίδ τον ρώτησε: «Σε ποιον ανήκεις; Από πού είσαι;» Εκείνος απάντησε: «Είμαι ένας νεαρός Αιγύπτιος, δούλος ενός Αμαληκίτη. Ο κύριός μου με εγκατέλειψε πριν τρεις μέρες, επειδή αρρώστησα.
14Κάναμε επιδρομή στη Νεγκέβ των Χερεθαίων, στην περιοχή του Ιούδα και στη Νεγκέβ του Χάλεβ, και κάψαμε τη Σικλάγ».
15Ο Δαβίδ τον ρώτησε: «Μπορείς να με οδηγήσεις σ’ αυτή τη συμμορία των επιδρομέων;» Εκείνος είπε: «Ορκίσου μου στον Θεό πως δεν θα με σκοτώσεις ούτε θα με παραδώσεις στον κύριό μου, και θα σε φέρω σ’ αυτούς».
16Ο Αιγύπτιος οδήγησε τον Δαβίδ, και τους βρήκε σκορπισμένους σ’ όλη τη γύρω περιοχή, να τρώνε, να πίνουν και να γιορτάζουν για τα πολλά λάφυρα που είχαν πάρει από τη γη των Φιλισταίων και του Ιούδα. 17Ο Δαβίδ τους χτύπησε από το σούρουπο ως το βράδυ της επόμενης μέρας· ξέφυγαν μόνο τετρακόσιοι νεαροί, που ανέβηκαν σε καμήλες και έφυγαν. 18Ο Δαβίδ πήρε πίσω όλα όσα είχαν αρπάξει οι Αμαληκίτες, και ελευθέρωσε τις δύο γυναίκες του. 19Δεν έλειψε τίποτε, ούτε μικρό ούτε μεγάλο, ούτε γιοι ούτε κόρες, ούτε λάφυρα ούτε τίποτε άλλο απ’ όσα τους είχαν πάρει· όλα τα έφερε πίσω ο Δαβίδ. 20Ο Δαβίδ πήρε όλα τα πρόβατα και τα βόδια· οι άντρες του τα οδηγούσαν μπροστά από τα υπόλοιπα ζωντανά, λέγοντας: «Αυτά είναι τα λάφυρα του Δαβίδ».
21Ο Δαβίδ έφτασε στους διακόσιους άντρες που ήταν πολύ εξαντλημένοι για να τον ακολουθήσουν και είχαν μείνει στην κοιλάδα Βεσόρ. Εκείνοι βγήκαν να προϋπαντήσουν τον Δαβίδ και τον λαό του· και καθώς πλησίαζε, τους χαιρέτησε. 22Όμως όλοι οι κακοί και τιποτένιοι άντρες ανάμεσα σ’ εκείνους που ακολουθούσαν τον Δαβίδ είπαν: «Επειδή αυτοί δεν ήρθαν μαζί μας, δεν θα τους δώσουμε τίποτε από τα λάφυρα που πήραμε πίσω· μόνο τη γυναίκα και τα παιδιά του καθενός, να τα πάρουν και να φύγουν».
23Αλλά ο Δαβίδ είπε: «Μην κάνετε έτσι, αδέρφια μου, μ’ αυτό που μας έδωσε ο Πατέρας μας. Αυτός μας προστάτεψε και παρέδωσε στα χέρια μας τους επιδρομείς που ήρθαν εναντίον μας. 24Ποιος θα σας άκουγε σ’ αυτό το ζήτημα; Αυτός που κατεβαίνει στη μάχη και αυτός που μένει με τις αποσκευές θα μοιραστούν το ίδιο μερίδιο». 25Από εκείνη τη μέρα και πέρα, ο Δαβίδ το έκανε νόμο και διάταξη για τον Ισραήλ, που ισχύει μέχρι σήμερα.
26Όταν ο Δαβίδ έφτασε στη Σικλάγ, έστειλε λάφυρα στους πρεσβυτέρους του Ιούδα, τους φίλους του, λέγοντας: «Ένα δώρο για σας από τα λάφυρα των εχθρών του Πατέρα μας». 27Τα έστειλε σ’ αυτούς που ήταν στη Βαιθήλ, στη Ραμώθ της Νεγκέβ και στην Ιαττίρ· 28σ’ αυτούς που ήταν στην Αροήρ, στη Σιφμώθ και στην Εσθεμωά· 29σ’ αυτούς που ήταν στη Ραχάλ, στις πόλεις των Ιεραμεηλιτών και των Κεναίων· 30σ’ αυτούς που ήταν στη Χορμά, στη Βορ-ασάν και στην Αθάχ· 31και σ’ αυτούς που ήταν στη Χεβρών και σ’ όλα τα μέρη όπου είχαν περιπλανηθεί ο Δαβίδ και οι άντρες του.