Ο Δαβίδ βρίσκει καταφύγιο στη σπηλιά
Όλοι όσοι βρίσκονται σε χρέος, σε στενοχώρια ή σε πικρία μαζεύονται γύρω από τον Δαβίδ σε μια σπηλιά, τετρακόσιοι άνδρες. Ο Σαούλ, που τρέφει το παράπονό του κάτω από ένα αρμυρίκι, βάζει τον Δωήκ να σφάξει ογδόντα πέντε ιερείς του Πατέρα μας κι ολόκληρη την πόλη Νοβ. Ένας γιος ξεφεύγει, κι ο Δαβίδ λέει ότι αυτός προκάλεσε τον θάνατό τους.
22 1Ο Δαβίδ έφυγε από εκεί και γλίτωσε στη σπηλιά της Αδουλλάμ· και όταν το έμαθαν οι αδελφοί του και όλη η οικογένεια του πατέρα του, κατέβηκαν εκεί κοντά του. 2Μαζεύτηκαν κοντά του όλοι όσοι ήταν σε δύσκολη θέση, χρεωμένοι ή πικραμένοι στην ψυχή· κι έγινε αρχηγός τους — περίπου τετρακόσιοι άντρες. 3Από εκεί ο Δαβίδ πήγε στη Μισπά του Μωάβ και ζήτησε από τον βασιλιά της: «Άφησε, σε παρακαλώ, τον πατέρα μου και τη μητέρα μου να μείνουν μαζί σου, ώσπου να μάθω τι θα κάνει για μένα ο Πατέρας μας». 4Τους άφησε στον βασιλιά του Μωάβ· κι έμειναν μαζί του όσον καιρό ο Δαβίδ ήταν στο οχυρό. 5Ο προφήτης Γαδ είπε στον Δαβίδ: «Μη μένεις στο οχυρό· φύγε και πήγαινε στη γη του Ιούδα». Έφυγε λοιπόν ο Δαβίδ και πήγε στο δάσος Χερέθ.
Ο Σαούλ σφάζει τους ιερείς του Πατέρα μας
6Ο Σαούλ άκουσε ότι βρέθηκαν ο Δαβίδ και οι άντρες του. Καθόταν τότε στη Γιβεά, κάτω από το αρμυρίκι πάνω στο ύψωμα, με το δόρυ στο χέρι, κι όλοι οι αυλικοί του στέκονταν γύρω του. 7Είπε ο Σαούλ στους αυλικούς που στέκονταν γύρω του: «Ακούστε, Βενιαμίτες! Μήπως ο γιος του Ιεσσαί θα δώσει σε όλους σας χωράφια και αμπέλια; Θα σας κάνει όλους αρχηγούς χιλιάδων και αρχηγούς εκατοντάδων, 8που συνωμοτήσατε όλοι εναντίον μου; Κανένας δε μου λέει ότι ο γιος μου έκανε διαθήκη με τον γιο του Ιεσσαί. Κανένας σας δε με λυπάται ούτε μου λέει ότι ο γιος μου ξεσήκωσε τον δούλο μου εναντίον μου, για να μου στήσει ενέδρα, όπως κάνει σήμερα».
9Τότε ο Δωήκ ο Εδωμίτης, που στεκόταν μαζί με τους δούλους του Σαούλ, είπε: «Είδα τον γιο του Ιεσσαί να έρχεται στη Νοβ, στον Αχιμέλεχ, τον γιο του Αχιτώβ. 10Ο Αχιμέλεχ ρώτησε τον Κύριο για χάρη του, του έδωσε τρόφιμα και το σπαθί του Γολιάθ του Φιλισταίου».
11Ο βασιλιάς κάλεσε τον ιερέα Αχιμέλεχ, τον γιο του Αχιτώβ, κι όλη την οικογένεια του πατέρα του, τους ιερείς που ήταν στη Νοβ· κι ήρθαν όλοι στον βασιλιά. 12Είπε ο Σαούλ: «Άκουσε τώρα, γιε του Αχιτώβ». Εκείνος απάντησε: «Εδώ είμαι, κύριέ μου».
13Τον ρώτησε ο Σαούλ: «Γιατί συνωμοτήσατε εναντίον μου εσύ κι ο γιος του Ιεσσαί; Του έδωσες ψωμί κι ένα σπαθί και ρώτησες τον Θεό για χάρη του, για να σηκωθεί εναντίον μου και να μου στήσει ενέδρα, όπως κάνει σήμερα».
14Ο Αχιμέλεχ απάντησε στον βασιλιά: «Ποιος ανάμεσα σε όλους τους δούλους σου είναι τόσο πιστός όσο ο Δαβίδ, ο γαμπρός του βασιλιά, ο αρχηγός της φρουράς σου και τιμημένος στο σπίτι σου; 15Μήπως σήμερα άρχισα να ρωτάω τον Πατέρα μας για χάρη του; Μακριά από μένα κάτι τέτοιο! Ας μην κατηγορήσει ο βασιλιάς σε τίποτε τον δούλο του — ούτε όλη την οικογένεια του πατέρα μου — γιατί ο δούλος σου δεν ήξερε τίποτε απ’ όλα αυτά, μικρό ή μεγάλο».
16Ο βασιλιάς όμως είπε: «Οπωσδήποτε θα πεθάνεις, Αχιμέλεχ, εσύ κι όλη η οικογένεια του πατέρα σου». 17Είπε ο βασιλιάς στους φρουρούς που στέκονταν δίπλα του: «Στραφείτε και σκοτώστε τους ιερείς του Πατέρα μας, γιατί κι αυτών το χέρι είναι με τον Δαβίδ· ήξεραν ότι έφευγε και δε μου το είπαν». Οι δούλοι όμως του βασιλιά δεν ήθελαν να σηκώσουν χέρι εναντίον των ιερέων του Πατέρα μας.
18Είπε ο βασιλιάς στον Δωήκ: «Στράψου εσύ και χτύπησε τους ιερείς». Κι ο Δωήκ ο Εδωμίτης στράφηκε και τους χτύπησε, σκοτώνοντας εκείνη την ημέρα ογδόντα πέντε άντρες που φορούσαν λινό εφόδ.
19Χτύπησε και τη Νοβ, την πόλη των ιερέων, με το σπαθί — άντρες, γυναίκες, παιδιά, βρέφη, βόδια, γαϊδούρια, πρόβατα — όλα με το σπαθί. 20Γλίτωσε όμως ένας γιος του Αχιμέλεχ, του γιου του Αχιτώβ, που τον έλεγαν Αβιάθαρ, και κατέφυγε στον Δαβίδ. 21Ο Αβιάθαρ είπε στον Δαβίδ ότι ο Σαούλ σκότωσε τους ιερείς του Πατέρα μας.
22Είπε ο Δαβίδ στον Αβιάθαρ: «Εκείνη την ημέρα ήξερα ότι ο Δωήκ ο Εδωμίτης ήταν εκεί — πως θα το έλεγε στον Σαούλ. Εγώ προκάλεσα τον θάνατο όλων στο σπίτι του πατέρα σου. 23Μείνε μαζί μου· μη φοβάσαι. Όποιος ζητάει τη ζωή μου ζητάει και τη δική σου. Μαζί μου είσαι ασφαλής».