Πόσο πολλά είναι τα έργα σου
Μια περιήγηση στον κόσμο που εργάζεται: πηγές στις κοιλάδες, πουλιά που φωλιάζουν στα κλαδιά, λιοντάρια που κυνηγούν τη νύχτα, άνθρωποι που φεύγουν για τη δουλειά την αυγή, πλοία στη θάλασσα και ο Λευιάθαν πλασμένος για να παίζει εκεί. Όλα αυτά περιμένουν με ανοιχτό στόμα να τα χορτάσει ο Πατέρας μας.
104 1Ευλόγησε τον Πατέρα μας, ψυχή μου. Πατέρα μου, είσαι πολύ μεγάλος· είσαι ντυμένος με λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια.
2Τυλίγεται με το φως σαν με ρούχο· απλώνει τους ουρανούς σαν παραπέτασμα. 3Στεριώνει στα νερά τα δοκάρια των ανώγειών του· κάνει τα σύννεφα άρμα του· περπατάει πάνω στα φτερά του ανέμου. 4Κάνει τους ανέμους αγγελιοφόρους του, τις φλόγες της φωτιάς υπηρέτες του. a a v4 Το βιβλίο προς Εβραίους παραθέτει αυτόν τον στίχο για να δείξει ότι ο Πατέρας μας κάνει ακόμα και τον άνεμο και τη φωτιά υπηρέτες του — ενώ ο Υιός βασιλεύει ως κυρίαρχος, όχι ως υπηρέτης.
5Θεμελίωσε τη γη πάνω στα θεμέλιά της, για να μη μετακινηθεί ποτέ. 6Την σκέπασες με την άβυσσο σαν με ρούχο· τα νερά στέκονταν πάνω από τα βουνά. 7Στην επίπληξή σου έφυγαν· στον ήχο της βροντής σου τράπηκαν σε φυγή. 8Τα βουνά υψώθηκαν, οι κοιλάδες βούλιαξαν κάτω, στον τόπο που όρισες γι’ αυτά. 9Έβαλες όριο που δεν μπορούν να περάσουν, για να μη σκεπάσουν ποτέ ξανά τη γη.
10Κάνεις τις πηγές να αναβλύζουν στις κοιλάδες· κυλούν ανάμεσα στους λόφους. 11Ποτίζουν κάθε αγρίμι· τα αγριογάιδαρα ξεδιψούν. 12Κοντά τους φωλιάζουν τα πουλιά του ουρανού· κελαηδούν ανάμεσα στα κλαδιά. 13Ποτίζει τα βουνά από τα ανώγειά του· η γη χορταίνει με τον καρπό του έργου σου. 14Κάνει το χορτάρι να φυτρώνει για τα ζώα, και τα φυτά για να τα καλλιεργούν οι άνθρωποι, βγάζοντας τροφή από τη γη, 15και κρασί για να χαροποιεί την καρδιά του ανθρώπου, λάδι για να λάμπει το πρόσωπό του, και ψωμί για να στηρίζει την ανθρώπινη καρδιά. 16Τα δέντρα του Πατέρα μας ποτίζονται άφθονα, οι κέδροι του Λιβάνου που φύτεψε. 17Σ’ αυτά χτίζουν τις φωλιές τους τα πουλιά· ο πελαργός έχει το σπίτι του στα έλατα. 18Τα ψηλά βουνά είναι για τα αγριοκάτσικα· οι βράχοι είναι καταφύγιο για τους βραχύχοιρους.
19Έκανε το φεγγάρι για να σημαίνει τις εποχές· ο ήλιος ξέρει την ώρα της δύσης του. 20Φέρνεις το σκοτάδι, και γίνεται νύχτα, όταν τριγυρίζουν όλα τα ζώα του δάσους. 21Τα νεαρά λιοντάρια βρυχώνται για το θήραμά τους, ζητώντας την τροφή τους από τον Πατέρα μας. 22Όταν ανατέλλει ο ήλιος, αποσύρονται και πλαγιάζουν στις φωλιές τους. 23Οι άνθρωποι βγαίνουν στη δουλειά τους και στον κόπο τους ως το βράδυ.
24Πόσο πολλά είναι τα έργα σου, Πατέρα μας! Με σοφία τα έκανες όλα· η γη είναι γεμάτη με τα πλάσματά σου. 25Να η θάλασσα, μεγάλη κι απέραντη, γεμάτη πλάσματα αναρίθμητα, ζωντανά όντα μικρά και μεγάλα. 26Εκεί ταξιδεύουν πέρα δώθε τα πλοία, και ο Λεβιάθαν, που τον έπλασες για να παίζει μέσα της. b b v26 Λεβιάθαν: ένα φοβερό θαλάσσιο τέρας στην αρχαία εβραϊκή παράδοση, που εδώ παρουσιάζεται ως πλάσμα του ίδιου του Θεού που παιχνιδίζει στον ωκεανό.
27Όλα αυτά προσβλέπουν σ’ εσένα, να τους δώσεις την τροφή τους την κατάλληλη ώρα. 28Όταν τους δίνεις εσύ την τροφή, τη μαζεύουν· όταν ανοίγεις το χέρι σου, χορταίνουν με αγαθά. 29Όταν κρύβεις το πρόσωπό σου, τρομάζουν· όταν τους παίρνεις την πνοή, πεθαίνουν και γυρίζουν στο χώμα τους. 30Όταν στέλνεις το Πνεύμα σου, δημιουργούνται, και ανανεώνεις το πρόσωπο της γης.
31Ας διαρκεί για πάντα η δόξα του Πατέρα μας· ας χαίρεται ο Πατέρας μας με τα έργα του. 32Κοιτάζει τη γη και τρέμει· αγγίζει τα βουνά και καπνίζουν.
33Θα τραγουδώ στον Πατέρα μας όσο ζω· θα ψάλλω ύμνους στον Πατέρα μας όσο αναπνέω. 34Ας είναι ευχάριστος ο στοχασμός μου σ’ αυτόν, γιατί χαίρομαι στον Πατέρα μας. 35Ας εξαφανιστούν οι αμαρτωλοί από τη γη, κι ας μην υπάρχουν πια οι ασεβείς. Ευλόγησε τον Πατέρα μας, ψυχή μου. Αλληλούια!