Ο Σαούλ επιδιώκει να σκοτώσει τον Δαβίδ
Ο Ιωνάθαν καταφέρνει μία φορά να κατευνάσει τον πατέρα του, κι αυτό κρατά ως το επόμενο δόρυ. Η Μιχάλ κατεβάζει τον Δαβίδ από ένα παράθυρο και βάζει ένα είδωλο στο κρεβάτι του για να κερδίσει χρόνο. Οι απεσταλμένοι του Σαούλ καταλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλον από το Πνεύμα του Πατέρα μας και προφητεύουν αντί να τον συλλάβουν, κι ύστερα το ίδιο παθαίνει κι ο Σαούλ.
19 1Ο Σαούλ μίλησε στον γιο του τον Ιωνάθαν και σε όλους τους υπηρέτες του για το θάνατο του Δαβίδ. Ο Ιωνάθαν όμως, ο γιος του Σαούλ, αγαπούσε πάρα πολύ τον Δαβίδ. 2Ο Ιωνάθαν είπε στον Δαβίδ: «Ο πατέρας μου ο Σαούλ θέλει να σε σκοτώσει· γι’ αυτό πρόσεξε το πρωί — κρύψου και μείνε αφανής. 3Εγώ θα βγω και θα σταθώ δίπλα στον πατέρα μου στο χωράφι όπου θα είσαι, και θα του μιλήσω για σένα· κι ό,τι μάθω θα σ’ το πω».
4Ο Ιωνάθαν μίλησε με καλά λόγια για τον Δαβίδ στον πατέρα του τον Σαούλ και του είπε: «Ας μην αμαρτήσει ο βασιλιάς εναντίον του υπηρέτη του, του Δαβίδ, γιατί εκείνος δεν αμάρτησε εναντίον σου. Αντίθετα, τα έργα του σού ήταν πολύ ωφέλιμα. 5Διακινδύνεψε τη ζωή του για να χτυπήσει τον Φιλισταίο, κι ο Πατέρας μας χάρισε μεγάλη νίκη σε όλον τον Ισραήλ. Εσύ το είδες και χάρηκες. Γιατί λοιπόν να αμαρτήσεις ενάντια σε αθώο αίμα, σκοτώνοντας τον Δαβίδ χωρίς λόγο;»
6Ο Σαούλ άκουσε τον Ιωνάθαν και ορκίστηκε: «Μα τη ζωή του Πατέρα μας, ο Δαβίδ δεν θα θανατωθεί».
7Ο Ιωνάθαν κάλεσε τον Δαβίδ και του τα είπε όλα αυτά· έπειτα τον έφερε στον Σαούλ, κι ο Δαβίδ ήταν στην υπηρεσία του όπως πριν.
8Ξέσπασε πάλι πόλεμος. Ο Δαβίδ βγήκε, πολέμησε τους Φιλισταίους, τους χτύπησε με μεγάλο χτύπημα, κι εκείνοι έφυγαν μπροστά του.
9Ένα όμως κακό πνεύμα από τον Πατέρα μας ήρθε στον Σαούλ, καθώς καθόταν στο σπίτι του με το δόρυ στο χέρι, κι ο Δαβίδ έπαιζε τη λύρα. 10Ο Σαούλ προσπάθησε να καρφώσει τον Δαβίδ στον τοίχο με το δόρυ, όμως ο Δαβίδ ξέφυγε, και το δόρυ χτύπησε στον τοίχο. Ο Δαβίδ έφυγε και γλίτωσε εκείνη τη νύχτα. 11Ο Σαούλ έστειλε ανθρώπους να παρακολουθούν το σπίτι του Δαβίδ και να τον σκοτώσουν το ξημέρωμα. Η Μιχάλ, η γυναίκα του Δαβίδ, τον προειδοποίησε: «Αν δεν φύγεις απόψε, το πρωί θα είσαι νεκρός». 12Έτσι η Μιχάλ κατέβασε τον Δαβίδ από ένα παράθυρο, κι εκείνος έφυγε και γλίτωσε. 13Ύστερα η Μιχάλ πήρε το οικιακό είδωλο, το έβαλε στο κρεβάτι, έβαλε ένα κάλυμμα από γίδινο τρίχωμα στο κεφάλι του και το σκέπασε μ’ ένα ύφασμα. 14Όταν ο Σαούλ έστειλε αγγελιοφόρους να συλλάβουν τον Δαβίδ, η Μιχάλ είπε: «Είναι άρρωστος».
15Τότε ο Σαούλ έστειλε πάλι τους αγγελιοφόρους να δουν τον Δαβίδ, λέγοντας: «Φέρτε τον μου μέσα στο κρεβάτι, για να τον σκοτώσω». 16Όταν μπήκαν οι αγγελιοφόροι, το οικιακό είδωλο ήταν στο κρεβάτι, με το γίδινο κάλυμμα στο κεφάλι του.
17Ο Σαούλ είπε στη Μιχάλ: «Γιατί με εξαπάτησες έτσι κι άφησες τον εχθρό μου να ξεφύγει;» Η Μιχάλ είπε στον Σαούλ: «Εκείνος μου είπε: “Άφησέ με να φύγω· γιατί να σε σκοτώσω;”»
18Ο Δαβίδ έφυγε και γλίτωσε, ήρθε στον Σαμουήλ στη Ραμά και του είπε όλα όσα του είχε κάνει ο Σαούλ. Έπειτα αυτός κι ο Σαμουήλ πήγαν και έμειναν στη Ναυάθ. 19Ανήγγειλαν στον Σαούλ: «Ο Δαβίδ είναι στη Ναυάθ, στη Ραμά». 20Ο Σαούλ έστειλε αγγελιοφόρους να συλλάβουν τον Δαβίδ. Μόλις όμως είδαν την ομάδα των προφητών να προφητεύει, με τον Σαμουήλ να στέκεται επικεφαλής τους, το Πνεύμα του Πατέρα μας ήρθε στους αγγελιοφόρους του Σαούλ, και προφήτεψαν κι αυτοί. 21Το ανήγγειλαν στον Σαούλ· έστειλε άλλους αγγελιοφόρους, και προφήτεψαν κι αυτοί. Ο Σαούλ έστειλε πάλι αγγελιοφόρους, για τρίτη φορά, και προφήτεψαν κι εκείνοι. 22Στο τέλος πήγε ο ίδιος ο Σαούλ στη Ραμά και έφτασε στο μεγάλο πηγάδι στη Σεκού. Ρώτησε: «Πού είναι ο Σαμουήλ κι ο Δαβίδ;» «Στη Ναυάθ, στη Ραμά», του είπε κάποιος.
23Πήγε στη Ναυάθ, στη Ραμά, αλλά το Πνεύμα του Πατέρα μας ήρθε κι επάνω του, κι εκείνος προχωρούσε προφητεύοντας, ώσπου έφτασε στη Ναυάθ, στη Ραμά. 24Έβγαλε κι αυτός τα ρούχα του, προφήτεψε μπροστά στον Σαμουήλ και έμεινε ξαπλωμένος γυμνός όλη εκείνη την ημέρα και νύχτα. Γι’ αυτό λένε: «Είναι κι ο Σαούλ ανάμεσα στους προφήτες;»