Ωδή για τα εγκαίνια
Ψαλμός. Ωδή για τα εγκαίνια του οίκου. Του Δαβίδ.
Γραμμένος για εγκαίνια, ύστερα από θεραπεία. Ο Δαβίδ ομολογεί ότι όταν όλα πήγαιναν καλά θεωρούσε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να κλονιστεί, και τότε το πρόσωπο του Πατέρα του κρύφτηκε. Υποστηρίζει ότι το χώμα δεν μπορεί να υμνεί, και τελειώνει με τα πένθιμα ρούχα αλλαγμένα σε ευφροσύνη.
30 1Θα σε δοξάσω, Πατέρα μου, γιατί με ανύψωσες και δεν άφησες τους εχθρούς μου να χαρούν εις βάρος μου.
2Πατέρα μου, σ' εσένα φώναξα για βοήθεια, και με γιάτρεψες. 3Πατέρα μου, ανέβασες την ψυχή μου από τον τάφο· με κράτησες ζωντανό και δεν άφησες να κατεβώ στον λάκκο.
4Ψάλτε στον Πατέρα μας, εσείς οι πιστοί του, και ευχαριστήστε το άγιο όνομά του. 5Γιατί η οργή του κρατάει μόνο μια στιγμή, μα η εύνοιά του κρατάει μια ζωή ολόκληρη· το κλάμα μπορεί να διαρκέσει όλη τη νύχτα, όμως η χαρά έρχεται το πρωί.
6Όταν ένιωθα ασφαλής, είπα: «Ποτέ δεν θα κλονιστώ». 7Πατέρα μου, με την εύνοιά σου στερέωσες το βουνό μου· μα όταν έκρυψες το πρόσωπό σου, ταράχτηκα.
8Σ' εσένα, Πατέρα μου, φώναξα· στον Κυρίαρχο Πατέρα ικέτεψα για έλεος: 9«Τι κερδίζεται αν σωπάσω, αν κατεβώ στον λάκκο; Θα σε υμνήσει το χώμα; Θα διακηρύξει την πιστότητά σου; 10Άκουσέ με, Πατέρα μου, και ελέησέ με· Πατέρα μου, γίνε βοηθός μου».
11Μετέτρεψες το πένθος μου σε χορό· μου έβγαλες τα πένθιμα ρούχα και με έντυσες με χαρά, 12για να σε υμνεί η καρδιά μου και να μη σωπαίνει. Πατέρα μου, θα σε ευχαριστώ για πάντα.