Ακόμα κι ο Μωυσής κι ο Σαμουήλ
Ούτε ο Μωυσής ούτε ο Σαμουήλ θα μπορούσαν να το αποτρέψουν αυτό, λέει ο Πατέρας μας. Ο Ιερεμίας λυγίζει κάτω από το βάρος, καταριέται τη γέννησή του και ρωτά αν ο Πατέρας του έχει γίνει ρυάκι που στερεύει. Η απάντηση έχει όρους: γύρισε πίσω, μίλησε ό,τι είναι πολύτιμο, και θα γίνεις χάλκινο τείχος.
15 1Τότε μου είπε ο Πατέρας μας: «Ακόμα κι αν στέκονταν μπροστά μου ο Μωυσής κι ο Σαμουήλ, η καρδιά μου δε θα στρεφόταν προς αυτόν τον λαό. Στείλε τους μακριά από μπροστά μου· ας φύγουν». 2Κι όταν σε ρωτήσουν: «Πού να πάμε;» πες τους: «Να τι λέει ο Πατέρας μας: όσοι είναι για τον θάνατο, στον θάνατο· όσοι για το μαχαίρι, στο μαχαίρι· όσοι για την πείνα, στην πείνα· όσοι για την αιχμαλωσία, στην αιχμαλωσία».
3«Θα ορίσω εναντίον τους τέσσερα είδη καταστροφέων, λέει ο Πατέρας μας: το μαχαίρι για να σκοτώνει, τα σκυλιά για να σέρνουν μακριά, τα πουλιά του ουρανού και τα θηρία της γης για να καταβροχθίζουν και να καταστρέφουν. 4Θα τους κάνω αντικείμενο φρίκης για όλα τα βασίλεια της γης, εξαιτίας του Μανασσή, γιου του Εζεκία, βασιλιά του Ιούδα, για όσα έκανε στην Ιερουσαλήμ».
5«Γιατί ποιος θα σε λυπηθεί, Ιερουσαλήμ; Ποιος θα σε θρηνήσει; Ποιος θα σταματήσει έστω για να ρωτήσει πώς είσαι; 6Με απέρριψες, λέει ο Πατέρας μας· όλο πίσω τραβιέσαι. Γι’ αυτό άπλωσα το χέρι μου εναντίον σου και σε κατέστρεψα — κουράστηκα να σε λυπάμαι. 7Τους λίχνισα με το φτυάρι του λιχνίσματος στις πύλες της χώρας. Τους ερήμωσα από παιδιά· κατέστρεψα τον λαό μου, γιατί δεν ήθελαν να γυρίσουν από τους δρόμους τους. a a v7 Λίχνισμα: ο γεωργός πετούσε στον αέρα το αλωνισμένο στάρι, ώστε ο άνεμος να παρασύρει το άχρηστο άχυρο, αφήνοντας μόνο τον καρπό. 8Οι χήρες τους έγιναν πιο πολλές από την άμμο των θαλασσών. Ενάντια στις μητέρες των νέων έφερα καταστροφέα το μεσημέρι· ξαφνικά έριξα πάνω της αγωνία και τρόμο. 9Εκείνη που γέννησε εφτά παιδιά ατονεί· βγάζει την τελευταία της πνοή. Ο ήλιος της έδυσε ενώ ήταν ακόμα μέρα· ντροπιάστηκε και καταντροπιάστηκε. Και τους υπόλοιπους θα τους παραδώσω στο μαχαίρι μπροστά στους εχθρούς τους, λέει ο Πατέρας μας».
Ο Ιερεμίας κραυγάζει μέσα στην αγωνία του
10Αλίμονό μου, μητέρα μου, που με γέννησες — άνθρωπο φιλονικίας και διαμάχης για όλη τη χώρα! Δεν δάνεισα ούτε δανείστηκα, κι όμως όλοι με καταριούνται.
11Ο Πατέρας μας είπε: «Θα σε σώσω για το καλό σου· θα κάνω τον εχθρό να σε ικετεύει σε καιρούς συμφοράς και στενοχώριας». 12Μπορεί κανείς να σπάσει σίδερο — σίδερο από τον βορρά — και χαλκό; 13«Τα πλούτη σου και τους θησαυρούς σου θα τα δώσω για λάφυρα, χωρίς αντίτιμο, εξαιτίας όλων των αμαρτιών σου σε όλη την επικράτειά σου. 14Θα σε κάνω να υπηρετείς τους εχθρούς σου σε μια χώρα που δεν γνωρίζεις, γιατί φωτιά άναψε στον θυμό μου· θα καίει εναντίον σου».
15Εσύ ξέρεις, Πατέρα μου· θυμήσου με και φρόντισέ με, και απόδωσέ μου δικαιοσύνη ενάντια σ’ αυτούς που με καταδιώκουν. Κάνε υπομονή μαζί μου και μη με παίρνεις· να ξέρεις πως για χάρη σου υπομένω τον ονειδισμό. 16Βρέθηκαν τα λόγια σου, και τα έφαγα, και τα λόγια σου έγιναν η χαρά μου και η αγαλλίαση της καρδιάς μου, γιατί φέρω το όνομά σου, Πατέρα των δυνάμεων του ουρανού. 17Δεν κάθισα στη συντροφιά των γλεντοκόπων ούτε χάρηκα· εξαιτίας του χεριού σου κάθισα μόνος, γιατί με είχες γεμίσει αγανάκτηση. 18Γιατί ο πόνος μου είναι ατέλειωτος και η πληγή μου αγιάτρευτη, που αρνείται να γιατρευτεί; Θα γίνεις για μένα σαν ρυάκι απατηλό, σαν νερά που στερεύουν;
19Γι’ αυτό ο Πατέρας μας λέει: Αν γυρίσεις, θα σε αποκαταστήσω να στέκεσαι μπροστά μου. Αν βγάλεις το πολύτιμο και όχι το ανάξιο, θα είσαι το στόμα μου. Αυτοί θα στραφούν σ’ εσένα, εσύ όμως δεν πρέπει να στραφείς σ’ αυτούς. 20Θα σε κάνω για τούτον τον λαό ένα οχυρωμένο τείχος από χαλκό· θα σε πολεμήσουν, μα δε θα σε νικήσουν, γιατί εγώ είμαι μαζί σου για να σε σώζω και να σε γλιτώνω, λέει ο Πατέρας μας. 21«Θα σε γλιτώσω από το χέρι των κακών και θα σε λυτρώσω από τη λαβή των αδίστακτων».