Τώρα και σε έντυπη μορφή

Δευτερονόμιον 9 FHB Father's Heart Bible™

ΠατέραςΙησούςΠνεύμα
15% έκπτωση στην πρώτη σου παραγγελία →
Βιβλίο

Η νίκη είναι δώρο του Πατέρα σου

Μην πεις στον εαυτό σου ότι ο Πατέρας σου σού δίνει αυτή τη γη για τη δικαιοσύνη σου. Ο Μωυσής διηγείται το χρυσό μοσχάρι, τις σπασμένες πλάκες, τις σαράντα μέρες πεσμένος με το πρόσωπο στη γη, και την ικεσία για έναν λαό έτοιμο να αφανιστεί — και για τον Ααρών. Ήσασταν ανυπότακτοι από την ημέρα που σας γνώρισα.

Κεφάλαιο 9.

Άκουσε, Ισραήλ: σήμερα περνάς τον Ιορδάνη για να μπεις και να διώξεις έθνη μεγαλύτερα και ισχυρότερα από σένα — μεγάλες πόλεις οχυρωμένες ως τον ουρανό. Έναν λαό μεγάλο και ψηλό, τους απογόνους των Ανακίμ, που τους ξέρεις και που γι’ αυτούς έχεις ακούσει να λένε: «Ποιος μπορεί να σταθεί απέναντι στους γιους του Ανάκ;» Μάθε σήμερα: ο Πατέρας σου περνάει μπροστά σου σαν φωτιά που κατατρώει. Αυτός θα τους καταστρέψει και θα τους υποτάξει μπροστά σου· εσύ θα τους διώξεις και θα τους εξαφανίσεις γρήγορα, όπως σου είπε ο Πατέρας σου.

Αφού ο Πατέρας σου τους διώξει μπροστά σου, μην πεις μέσα στην καρδιά σου: «Για τη δικαιοσύνη μου με έφερε ο Πατέρας μας να κληρονομήσω αυτή τη γη» — είναι για την κακία αυτών των εθνών που αυτός τους διώχνει μπροστά σου. Δεν μπαίνεις να πάρεις τη γη τους για τη δικαιοσύνη σου ή την ευθύτητα της καρδιάς σου, αλλά για την κακία αυτών των εθνών ο Πατέρας σου τους διώχνει μπροστά σου, και για να κρατήσει τον λόγο που ορκίστηκε ο Πατέρας σου στους πατέρες σου — τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Μάθε λοιπόν: ο Πατέρας σου δίνει σ’ εσένα αυτή την καλή γη για να γίνει δική σου, όχι για τη δικαιοσύνη σου, αφού είσαι λαός σκληροτράχηλος.

Ένας λαός που δοκίμασε τον Πατέρα του

Θυμήσου, μην ξεχάσεις πώς εξόργισες τον Πατέρα σου στην έρημο. Από τη μέρα που έφυγες από την Αίγυπτο ώσπου έφτασες σ’ αυτόν τον τόπο, στασίαζες εναντίον του Πατέρα σου. Στο Χωρήβ εξόργισες τον Πατέρα σου, και ο Πατέρας σου θύμωσε τόσο πολύ μαζί σου, που ήταν έτοιμος να σε καταστρέψει. a a v8 Το Χωρήβ είναι άλλο όνομα για το όρος Σινά, το βουνό όπου ο Πατέρας μας έδωσε τη διαθήκη. Όταν ανέβηκα στο βουνό για να παραλάβω τις πέτρινες πλάκες, τις πλάκες της διαθήκης που έκανε ο Πατέρας σου μαζί σου, έμεινα στο βουνό σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, χωρίς να φάω ψωμί και χωρίς να πιω νερό. Μου έδωσε ο Πατέρας σου τις δύο πέτρινες πλάκες, γραμμένες με το δάχτυλό του, που είχαν όλα τα λόγια που σου μίλησε πάνω στο βουνό μέσα από τη φωτιά, την ημέρα της συνάθροισης. Ύστερα από σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, μου έδωσε ο Πατέρας σου τις δύο πέτρινες πλάκες, τις πλάκες της διαθήκης.

Τότε μου είπε ο Πατέρας σου: «Σήκω, κατέβα γρήγορα από δω, γιατί ο λαός σου που έβγαλες από την Αίγυπτο διαφθάρηκε. Γρήγορα παρεξέκλιναν από τον δρόμο που τους πρόσταξα· έφτιαξαν για τον εαυτό τους ένα χυτό είδωλο».

Ακόμη, ο Πατέρας σου μου είπε: «Είδα αυτόν τον λαό — είναι λαός σκληροτράχηλος. Άφησέ με· θα τους καταστρέψω, θα σβήσω το όνομά τους κάτω από τον ουρανό, και θα σε κάνω έθνος ισχυρότερο και πολυπληθέστερο από αυτούς».

Τότε γύρισα και κατέβηκα από το βουνό, ενώ αυτό έκαιγε με φωτιά, και τις δύο πλάκες της διαθήκης στα δυο μου χέρια. Όταν κοίταξα, είδα ότι είχες αμαρτήσει ενάντια στον Πατέρα σου: είχες φτιάξει για τον εαυτό σου ένα χυτό μοσχάρι, παρεκκλίνοντας γρήγορα από τον δρόμο που σου είχε προστάξει ο Πατέρας σου. Τότε άρπαξα τις δύο πλάκες, τις πέταξα από τα χέρια μου και τις συνέτριψα μπροστά στα μάτια σου. Έπεσα μπροστά στον Πατέρα σου όπως και πριν, σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, χωρίς να φάω ψωμί, χωρίς να πιω νερό, εξαιτίας όλης της αμαρτίας σου που διέπραξες, κάνοντας το κακό στα μάτια του Πατέρα σου και προκαλώντας τον. Γιατί φοβήθηκα την οργή και τον φλογερό θυμό που είχε ο Πατέρας σου εναντίον σου, έτοιμος να σε καταστρέψει. Όμως ο Πατέρας σου με άκουσε και τότε. Ο Πατέρας σου θύμωσε πολύ με τον Ααρών, έτοιμος να τον καταστρέψει, γι’ αυτό προσευχήθηκα για τον Ααρών και τότε. Πήρα την αμαρτία σου, το μοσχάρι που έφτιαξες, το έκαψα στη φωτιά, το κομμάτιασα, το άλεσα καλά ώσπου έγινε λεπτό σαν σκόνη, κι έπειτα έριξα τη σκόνη του στο ρυάκι που κατεβαίνει από το βουνό. Και στην Ταβερά, και στη Μασσά, και στην Κιβρώθ-Ατταβά εξόργισες τον Πατέρα σου. Όταν ο Πατέρας σου σε έστειλε από την Κάδης-Βαρνή λέγοντας: «Ανέβα, πάρε τη γη που σου έδωσα», στασίασες ενάντια στην εντολή του Πατέρα σου, χωρίς να τον πιστέψεις ή να υπακούσεις στη φωνή του. Ήσουν ανυπάκουος στον Πατέρα σου από τη μέρα που σε γνώρισα. Έτσι έπεσα μπροστά στον Πατέρα σου εκείνες τις σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες που ήμουν πεσμένος εκεί, επειδή ο Πατέρας σου είχε πει ότι θα σε καταστρέψει. Προσευχήθηκα στον Πατέρα σου: «Κυρίαρχε Πατέρα μου, μην καταστρέψεις τον λαό σου, την κληρονομιά σου, που τους λύτρωσες με το μεγαλείο σου και τους έβγαλες από την Αίγυπτο με δυνατό χέρι. b b v26 Ο Μωυσής πέφτει μπροστά στον Πατέρα μας και ικετεύει για τον λαό που δεν μπορούσε να σώσει μόνος του — μια σκιά του μεγαλύτερου Μεσίτη, του Ιησού, που θα στεκόταν ανάμεσα στον Πατέρα μας και τα παιδιά του για να μεσιτεύσει γι’ αυτά. Θυμήσου τους δούλους σου τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Μην κοιτάξεις τη σκληρότητα αυτού του λαού, την κακία του, την αμαρτία του. Αλλιώς ο λαός της χώρας από την οποία μας έβγαλες θα πει: “Ο Θεός δεν μπόρεσε να τους φέρει στη γη που τους υποσχέθηκε, και τους μίσησε, γι’ αυτό τους έβγαλε για να τους σκοτώσει στην έρημο”. Γιατί αυτοί είναι ο λαός σου, η κληρονομιά σου, που τους έβγαλες με τη μεγάλη σου δύναμη και το απλωμένο σου χέρι».