Ο Πατέρας μας ανανεώνει τη διαθήκη του
Λαξεύονται νέες πλάκες και τοποθετούνται στην κιβωτό, και ο Λευί ξεχωρίζεται, με κληρονομιά τους τον ίδιο τον Πατέρα μας. Έπειτα το ερώτημα: τι ζητά από σένα ο Πατέρας μας; Να τον φοβάσαι, να τον αγαπάς και να τον υπηρετείς. Αγαπά τον ξένο και του δίνει τροφή, γι' αυτό αγαπάτε κι εσείς τους ξένους.
10 1Εκείνον τον καιρό ο Πατέρας μας μου είπε: «Λάξεψε δύο πέτρινες πλάκες σαν τις πρώτες, ανέβα σ’ εμένα στο βουνό και φτιάξε μια ξύλινη κιβωτό. 2Θα γράψω στις πλάκες τα λόγια που ήταν στις πρώτες πλάκες που έσπασες, και θα τις βάλεις στην κιβωτό».
3Έτσι έφτιαξα μια κιβωτό από ξύλο ακακίας, λάξεψα δύο πέτρινες πλάκες σαν τις πρώτες και ανέβηκα στο βουνό κρατώντας τις δύο πλάκες. 4Έγραψε στις πλάκες, όπως και πριν, τις δέκα εντολές που ο Πατέρας μας σας είχε πει στο βουνό μέσα από τη φωτιά, την ημέρα της συνάθροισης. Και ο Πατέρας μας μου τις έδωσε. 5Γύρισα, κατέβηκα από το βουνό και έβαλα τις πλάκες στην κιβωτό που είχα φτιάξει· εκεί έμειναν, όπως με πρόσταξε ο Πατέρας μας.
6Οι Ισραηλίτες ταξίδεψαν από τη Βηρώθ Βενέ-Ιαακάν στη Μοσερά, όπου πέθανε ο Ααρών και τάφηκε· ο γιος του ο Ελεάζαρ υπηρέτησε ως ιερέας στη θέση του. 7Από εκεί ταξίδεψαν στη Γουδγοδά, και από τη Γουδγοδά στην Ιοτβαθά, μια γη με ρυάκια νερών. 8Εκείνον τον καιρό ο Πατέρας μας ξεχώρισε τη φυλή του Λευί για να μεταφέρει την κιβωτό της διαθήκης, να στέκεται μπροστά του, να τον υπηρετεί και να ευλογεί στο όνομά του, όπως κάνουν μέχρι σήμερα. 9Γι’ αυτό ο Λευί δεν έχει μερίδιο ούτε κληρονομιά μαζί με τους αδελφούς του· ο Πατέρας μας είναι η κληρονομιά του, όπως του υποσχέθηκε ο Πατέρας μας.
10Έμεινα στο βουνό, όπως την πρώτη φορά, σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες· ο Πατέρας μας με άκουσε ξανά· ο Πατέρας μας δεν ήθελε να σε καταστρέψει.
11Και ο Πατέρας μας μου είπε: «Σήκω, προχώρα μπροστά από τον λαό, για να μπουν και να πάρουν τη γη που ορκίστηκα στους πατέρες τους να τους δώσω».
Τι ζητάει ο Πατέρας μας από εσένα
12Και τώρα, Ισραήλ, τι ζητάει ο Πατέρας μας από εσένα παρά να τον σέβεσαι, να βαδίζεις σε όλους τους δρόμους του, να τον αγαπάς και να τον υπηρετείς μ’ όλη σου την καρδιά και μ’ όλη σου την ψυχή, 13και να τηρείς τις εντολές του Πατέρα μας και τα προστάγματά του που σου δίνω σήμερα, για το καλό σου; 14Κοίτα, στον Πατέρα μας ανήκουν οι ουρανοί, οι ύψιστοι ουρανοί, η γη και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτήν. 15Όμως ο Πατέρας μας αγάπησε τους πατέρες σου, διάλεξε τους απογόνους τους ύστερα απ’ αυτούς — εσένα, πάνω απ’ όλους τους λαούς — όπως είναι σήμερα. 16Γι’ αυτό περίτεμνε την ακροβυστία της καρδιάς σου και μην είσαι πια σκληροτράχηλος. a a v16 Η φράση «περίτεμνε την ακροβυστία της καρδιάς σου» εικονίζει το κόψιμο καθετί που κάνει την καρδιά ανένδοτη και κλειστή — το άνοιγμά της ολοκληρωτικά στον Πατέρα μας. 17Γιατί ο Πατέρας μας είναι ο Θεός των θεών, ο Κύριος των κυρίων, ο μεγάλος, ισχυρός, φοβερός Θεός, που δεν κάνει διακρίσεις και δεν παίρνει δωροδοκία. 18Αυτός αποδίδει δικαιοσύνη στο ορφανό και στη χήρα, και αγαπάει τον ξένο, δίνοντάς του τροφή και ρούχα. 19Γι’ αυτό κι εσύ πρέπει να αγαπάς τον ξένο, γιατί κι εσύ ήσουν ξένος στη γη της Αιγύπτου. 20Να σέβεσαι τον Πατέρα μας, να τον υπηρετείς, να μένεις προσκολλημένος σ’ αυτόν και να ορκίζεσαι στο όνομά του. 21Αυτός είναι ο ύμνος σου, ο Πατέρας σου, που έκανε για σένα αυτά τα μεγάλα και φοβερά πράγματα που είδαν τα μάτια σου. 22Οι πατέρες σου κατέβηκαν στην Αίγυπτο, εβδομήντα στον αριθμό· τώρα ο Πατέρας μας σε έκανε τόσο πολυάριθμο όσο τα άστρα του ουρανού.