Προστατεύοντας τη νύφη του Χριστού
Αντίπαλοι δάσκαλοι, που ο Παύλος τους ονομάζει ψευδαποστόλους, έχουν κερδίσει τους Κορινθίους, ενώ τους χρεώνουν αμοιβές και τους φέρονται σκληρά. Παριστάνοντας τον ανόητο, απαριθμεί το δικό του ιστορικό: μαστιγώσεις, ναυάγια, πείνα, συνεχή κίνδυνο και καθημερινή αγωνία για τις εκκλησίες. Αν πρέπει να καυχηθεί, καυχιέται για την αδυναμία του.
11 1Μακάρι να ανεχόσασταν λίγη ανοησία από μένα — και βέβαια με ανέχεστε. 2Σας ζηλεύω με τη ζήλια του Πατέρα μας, γιατί σας αρραβώνιασα με έναν άντρα, για να σας παρουσιάσω σαν αγνή παρθένα στον Χριστό. 3Φοβάμαι όμως μήπως, όπως το φίδι εξαπάτησε την Εύα με την πανουργία του, διαφθαρεί η σκέψη σας και ξεμακρύνει από την ειλικρινή και αγνή αφοσίωση στον Χριστό. 4Γιατί, αν έρθει κάποιος και σας κηρύξει έναν άλλο Ιησού, διαφορετικό από εκείνον που κηρύξαμε, ή αν δεχτείτε ένα διαφορετικό πνεύμα από εκείνο που λάβατε, ή ένα διαφορετικό ευαγγέλιο από εκείνο που δεχτήκατε, το ανέχεστε πρόθυμα. 5Εγώ όμως θεωρώ πως σε τίποτε δεν υστερώ από αυτούς τους «υπεραποστόλους». 6Κι αν ακόμη είμαι άτεχνος στον λόγο, δεν είμαι όμως στη γνώση· αυτό σας το φανερώσαμε με κάθε τρόπο, σε όλα.
7Ή μήπως έκανα αμαρτία ταπεινώνοντας τον εαυτό μου για να υψωθείτε εσείς, επειδή σας κήρυξα δωρεάν το ευαγγέλιο του Πατέρα μας; 8Άλλες εκκλησίες τις λήστεψα, παίρνοντας από αυτές υποστήριξη για να υπηρετήσω εσάς. 9Κι όταν ήμουν κοντά σας και είχα ανάγκη, δεν επιβάρυνα κανέναν· αυτό που μου έλειπε το κάλυψαν αδελφοί που ήρθαν από τη Μακεδονία. Κράτησα τον εαυτό μου από το να σας γίνω βάρος με οποιονδήποτε τρόπο, και θα συνεχίσω να το κάνω. 10Όσο η αλήθεια του Χριστού είναι μέσα μου, αυτό το καύχημα δεν θα αποσιωπηθεί στις περιοχές της Αχαΐας. 11Γιατί; Επειδή δεν σας αγαπώ; Ο Πατέρας μας ξέρει πως σας αγαπώ!
12Κι αυτό που κάνω θα συνεχίσω να το κάνω, για να κόψω την ευκαιρία σ« εκείνους που ζητούν ευκαιρία να θεωρηθούν ίσοι μ» εμάς σ« αυτά για τα οποία καυχιούνται. 13Γιατί αυτοί είναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι εργάτες, που μεταμφιέζονται σε αποστόλους του Χριστού. 14Και δεν είναι παράξενο, γιατί κι ο ίδιος ο Σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός. 15Δεν είναι λοιπόν σπουδαίο αν και οι υπηρέτες του μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης. Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.
Το καύχημα ενός ανόητου για τα παθήματα
16Το ξαναλέω, ας μη με θεωρήσει κανείς ανόητο. Αν όμως με θεωρείτε, δεχτείτε με έστω σαν ανόητο, για να καυχηθώ κι εγώ λίγο. 17Αυτά που λέω μ» αυτή τη θαρραλέα καύχηση, δεν τα λέω όπως θα τα έλεγε ο Κύριος, αλλά σαν ανόητος. 18Αφού πολλοί καυχιούνται με ανθρώπινα κριτήρια, θα καυχηθώ κι εγώ. 19Γιατί εσείς, οι τόσο σοφοί, ανέχεστε ευχαρίστως τους ανόητους! 20Ανέχεστε αν κάποιος σας υποδουλώνει, αν κάποιος σας κατατρώει, αν κάποιος σας εκμεταλλεύεται, αν κάποιος σας φέρεται με υπεροψία, αν κάποιος σας χτυπά στο πρόσωπο. 21Το λέω αυτό προς ντροπή μου: εμείς σταθήκαμε πολύ αδύναμοι γι« αυτό. Σε ό,τι όμως τολμάει κανείς να καυχηθεί — μιλώ σαν ανόητος — τολμώ κι εγώ. 22Εβραίοι είναι; Το ίδιο κι εγώ. Ισραηλίτες; Το ίδιο κι εγώ. Απόγονοι του Αβραάμ; Το ίδιο κι εγώ. 23Υπηρέτες του Χριστού; Μιλώ σαν τρελός — εγώ είμαι περισσότερο: με πολύ περισσότερους κόπους, περισσότερες φυλακίσεις, ξυλοδαρμούς πέρα από κάθε μέτρο, και πολλές φορές κοντά στον θάνατο. 24Πέντε φορές δέχτηκα από τους Ιουδαίους σαράντα μαστιγώσεις παρά μία. a a v24 Ο ιουδαϊκός νόμος επέτρεπε έως σαράντα μαστιγώσεις· έδιναν τριάντα εννιά για να μην ξεπεράσουν κατά λάθος το νόμιμο όριο. 25Τρεις φορές με ράβδισαν, μία φορά με λιθοβόλησαν, τρεις φορές ναυάγησα· ένα ολόκληρο μερόνυχτο το πέρασα μέσα στο πέλαγος. 26Πάντα σε ταξίδια: κινδύνους από ποτάμια, κινδύνους από ληστές, κινδύνους από τους ομοεθνείς μου, κινδύνους από εθνικούς, κινδύνους στην πόλη, κινδύνους στην έρημο, κινδύνους στη θάλασσα, κινδύνους ανάμεσα σε ψευδάδελφους· 27με μόχθο και κόπο, με πολλές άγρυπνες νύχτες, με πείνα και δίψα, πολλές φορές χωρίς φαγητό, με κρύο και γύμνια.
28Εκτός από όλα τα άλλα, με βαραίνει η καθημερινή πίεση: η αγωνία για όλες τις εκκλησίες. 29Ποιος είναι αδύναμος, χωρίς να γίνομαι κι εγώ αδύναμος; Ποιος σκοντάφτει, χωρίς να φλέγομαι εγώ από αγανάκτηση;
30Αν πρέπει να καυχηθώ, θα καυχηθώ για όσα φανερώνουν την αδυναμία μου. 31Ο Πατέρας μας, ο Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού, ο ευλογημένος στους αιώνες, ξέρει πως δεν λέω ψέματα. 32Στη Δαμασκό, ο διοικητής του βασιλιά Αρέτα φρουρούσε την πόλη για να με συλλάβει, 33αλλά μέσα από ένα παράθυρο στο τείχος με κατέβασαν σ» ένα καλάθι, κι έτσι ξέφυγα από τα χέρια του.