Ανάμεσα σ’ αυτούς που μισούν την ειρήνη
Ωδή των αναβαθμών.
Ένας ταξιδιώτης έχει μπουχτίσει να ζει ανάμεσα σε ανθρώπους που απαντούν στα λόγια του για ειρήνη με πόλεμο. Παραπονιέται στον Πατέρα μας για τις ψεύτικες γλώσσες, παίρνει ως απάντηση μια εικόνα με βέλη πολεμιστή και αναμμένα κάρβουνα, και ονομάζει την εξορία του: Μεσέχ, οι σκηνές του Κηδάρ.
120 1Μέσα στη θλίψη μου φώναξα στον Πατέρα μας, κι εκείνος μου απάντησε.
2Λύτρωσέ με, Πατέρα μου, από χείλη ψεύτικα, από γλώσσα δόλια. 3Τι θα σου δώσει ο Πατέρας μας, και τι περισσότερο θα σου προσθέσει, γλώσσα δόλια; 4Βέλη πολεμιστή ακονισμένα, μαζί με αναμμένα κάρβουνα από το σπάρτο. a a v4 Το σπάρτο είναι ένας θάμνος της ερήμου, του οποίου το κάρβουνο καίει με εξαιρετικά δυνατή φωτιά και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.
5Αλίμονό μου, που ζω στη Μεσέχ, που κατοικώ ανάμεσα στις σκηνές της Κηδάρ! b b v5 Η Μεσέχ βρισκόταν μακριά προς τον βορρά και η Κηδάρ μακριά προς τα νοτιοανατολικά, στην έρημο της Αραβίας — τόποι στα αντίθετα άκρα του γνωστού κόσμου, που αναφέρονται μαζί για να εικονίσουν μια ζωή περικυκλωμένη από εχθρικούς ξένους. 6Πάρα πολύ καιρό έζησα ανάμεσα σ’ αυτούς που μισούν την ειρήνη. 7Εγώ είμαι για την ειρήνη· όμως, όταν μιλάω, εκείνοι είναι για τον πόλεμο.