Λάξεψε καινούριες πλάκες
Ο Μωυσής λαξεύει νέες πλάκες, και ο Πατέρας μας περνά διακηρύσσοντας το δικό του όνομα: σπλαχνικός και ελεήμων, αργός σε οργή, ξέχειλος από αγάπη της διαθήκης, αυτός που συγχωρεί — που όμως δεν αθωώνει τον ένοχο. Η διαθήκη ανανεώνεται, και ο Μωυσής κατεβαίνει με ένα πρόσωπο που δεν ξέρει ότι λάμπει.
34 1Ο Πατέρας μας είπε στον Μωυσή: «Λάξεψε δυο λίθινες πλάκες, όπως τις πρώτες. Θα γράψω πάνω τους τα λόγια που ήταν στις πρώτες πλάκες, αυτές που έσπασες. 2Να είσαι έτοιμος το πρωί. Τότε να ανέβεις στο όρος Σινά και να παρουσιαστείς σ’ εμένα εκεί, στην κορυφή του βουνού. 3Κανένας να μην ανέβει μαζί σου ούτε να φανεί πουθενά στο βουνό· ούτε πρόβατα ή βόδια να βόσκουν απέναντι από εκείνο το βουνό».
4Ο Μωυσής λάξεψε δυο λίθινες πλάκες όπως τις πρώτες, σηκώθηκε νωρίς και ανέβηκε στο όρος Σινά, όπως τον είχε προστάξει ο Πατέρας μας, κρατώντας στο χέρι του τις δυο λίθινες πλάκες. 5Τότε ο Πατέρας μας κατέβηκε μέσα στο σύννεφο και στάθηκε εκεί μαζί του, και διακήρυξε το όνομα του Πατέρα μας.
6Ο Πατέρας μας πέρασε μπροστά του διακηρύσσοντας: «ο Πατέρας σου — σπλαχνικός και ελεήμων, μακρόθυμος, και ξεχειλίζει από πιστή αγάπη και αλήθεια, 7που κρατάει πιστή αγάπη για χιλιάδες, που συγχωρεί την ενοχή, την ανταρσία και την αμαρτία· όμως δεν αφήνει ατιμώρητο τον ένοχο, φέρνοντας την ενοχή των γονιών πάνω στα παιδιά και στα εγγόνια, ως την τρίτη και την τέταρτη γενιά».
8Ο Μωυσής γρήγορα έσκυψε ως το έδαφος και προσκύνησε. 9Είπε: «Αν βρήκα χάρη στα μάτια σου, Κυρίαρχε Πατέρα, ας πορευτεί ο Κυρίαρχος Πατέρας ανάμεσά μας, αν και αυτός ο λαός είναι σκληροτράχηλος. Συγχώρεσε την ενοχή μας και την αμαρτία μας, και πάρε μας για κληρονομιά σου».
10Είπε: «Κάνω μια διαθήκη. Μπροστά σε όλο τον λαό σου θα κάνω θαύματα που δεν έγιναν ποτέ σε κανένα έθνος ούτε σε όλη τη γη. Όλος ο λαός ανάμεσα στον οποίο ζεις θα δει το έργο του Πατέρα σου, γιατί αυτό που κάνω μαζί σου είναι φοβερό. 11Τήρησε αυτά που σε προστάζω σήμερα. Εγώ διώχνω μπροστά σου τους Αμορραίους, τους Χαναναίους, τους Χετταίους, τους Φερεζαίους, τους Ευαίους και τους Ιεβουσαίους. 12Πρόσεξε: μην κάνεις διαθήκη με αυτούς που ζουν στη γη όπου μπαίνεις, αλλιώς θα γίνουν παγίδα ανάμεσά σου. 13Αντίθετα, να γκρεμίσεις τους βωμούς τους, να συντρίψεις τις στήλες τους και να κόψεις τους ιερούς πασσάλους τους της Ασερά. 14Μην προσκυνήσεις κανέναν άλλο θεό — το όνομα του Πατέρα σου είναι Ζηλότυπος· είναι ζηλότυπος Πατέρας». a a v14 Η ζήλια του Πατέρα μας δεν είναι μικρόψυχος φθόνος, αλλά η σφοδρή, προστατευτική αγάπη ενός συζύγου για τη νύφη του — δεν θα μοιραστεί τις καρδιές των παιδιών του με είδωλα που τα καταστρέφουν.
15«Μην κάνεις καμία διαθήκη με τους κατοίκους της γης, γιατί όταν εκπορνεύονται με τους θεούς τους και τους προσφέρουν θυσίες, θα σε καλέσουν, και θα φας από τη θυσία τους· 16και παίρνεις τις κόρες τους για τους γιους σου, και οι κόρες τους εκπορνεύονται με τους θεούς τους, παρασύροντας τους γιους σου να κάνουν το ίδιο».
17«Δεν πρέπει να φτιάξετε για τον εαυτό σας χυτούς θεούς».
18«Τήρησε τη γιορτή των Αζύμων: εφτά μέρες να τρως άζυμο ψωμί, όπως σε πρόσταξα, στον ορισμένο καιρό, τον μήνα Αβίβ — γιατί τον μήνα Αβίβ βγήκες από την Αίγυπτο».
19«Κάθε πρωτότοκο που ανοίγει τη μήτρα είναι δικό μου — κάθε αρσενικό από τα ζωντανά σου, το πρωτότοκο του βοδιού και του προβάτου».
20«Το πρωτότοκο του γαϊδουριού να το εξαγοράσεις μ’ ένα αρνί· αν δεν το εξαγοράσεις, σπάσε του τον λαιμό. Να εξαγοράσεις κάθε πρωτότοκο από τους γιους σου. Κανένας να μην εμφανιστεί μπροστά μου με άδεια χέρια».
21«Έξι μέρες να εργάζεσαι· την έβδομη μέρα να ξεκουράζεσαι — ακόμα και στο όργωμα και στον θερισμό, να ξεκουράζεσαι».
22«Τήρησε τη γιορτή των Εβδομάδων με τους πρώτους καρπούς του θερισμού του σιταριού, και τη γιορτή της Συγκομιδής στο γύρισμα του χρόνου».
23«Τρεις φορές τον χρόνο όλα τα αρσενικά σου να εμφανίζονται μπροστά στον Κυρίαρχο Πατέρα του Ισραήλ. 24Γιατί θα διώξω έθνη μπροστά σου και θα μεγαλώσω τα σύνορά σου· κανένας δεν θα επιθυμήσει τη γη σου όταν ανεβαίνεις να εμφανιστείς μπροστά στον Πατέρα σου τρεις φορές τον χρόνο».
25«Μην προσφέρεις το αίμα της θυσίας μου μαζί με οτιδήποτε περιέχει προζύμι, και μην αφήσεις τη θυσία της γιορτής του Πάσχα να μείνει ως το πρωί».
26«Φέρε τους καλύτερους πρώτους καρπούς του εδάφους σου στον οίκο του Πατέρα σου. Μη βράσεις κατσικάκι μέσα στο γάλα της μάνας του».
27Τότε ο Πατέρας μας είπε στον Μωυσή: «Γράψε αυτά τα λόγια, γιατί σύμφωνα με αυτά τα λόγια έκανα διαθήκη μαζί σου και με τον Ισραήλ».
28Ο Μωυσής έμεινε εκεί με τον Πατέρα μας σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, χωρίς να φάει ψωμί και χωρίς να πιει νερό. Έγραψε τα λόγια της διαθήκης — τα Δέκα Λόγια — πάνω στις πλάκες.
Ο Μωυσής κατεβαίνει
29Καθώς ο Μωυσής κατέβαινε από το όρος Σινά με τις δυο πλάκες της μαρτυρίας στο χέρι του, δεν ήξερε πως το πρόσωπό του έλαμπε από τη συνομιλία με τον Πατέρα μας. 30Ο Ααρών και όλοι οι Ισραηλίτες είδαν πως το πρόσωπο του Μωυσή έλαμπε, και φοβήθηκαν να τον πλησιάσουν. 31Ο Μωυσής τους κάλεσε· ο Ααρών και όλοι οι αρχηγοί της συνάθροισης γύρισαν, και ο Μωυσής τους μίλησε. 32Ύστερα όλοι οι Ισραηλίτες πλησίασαν, κι εκείνος τους πρόσταξε όλα όσα του είχε πει ο Πατέρας μας στο όρος Σινά. 33Όταν ο Μωυσής τελείωσε να τους μιλάει, έβαλε ένα κάλυμμα πάνω στο πρόσωπό του. 34Όμως, κάθε φορά που ο Μωυσής έμπαινε μπροστά στον Πατέρα μας για να του μιλήσει, έβγαζε το κάλυμμα ώσπου να βγει· έπειτα έβγαινε και έλεγε στους Ισραηλίτες αυτά που είχε προσταχθεί. 35Οι Ισραηλίτες έβλεπαν πως το πρόσωπο του Μωυσή έλαμπε, και ο Μωυσής ξανάβαζε το κάλυμμα πάνω στο πρόσωπό του ώσπου να μπει πάλι για να μιλήσει με τον Πατέρα μας.