Ο Πατέρας μας μιλάει
Ο Πατέρας μας λέει ο ίδιος τους δέκα λόγους, αρχίζοντας όχι με μια απαίτηση αλλά με το ποιος είναι: εκείνος που τους έβγαλε από τη δουλεία. Πίστη, όνομα, Σάββατο, γονείς, ζωή, γάμος, ιδιοκτησία, αλήθεια, επιθυμία. Ο λαός ικετεύει τον Μωυσή να ακούει εκείνος για λογαριασμό τους, και αυτός μπαίνει στο πυκνό σκοτάδι.
20 1Τότε ο Πατέρας μας είπε όλα αυτά τα λόγια:
2«Εγώ είμαι ο Πατέρας σου, που σε έβγαλα από τη γη της Αιγύπτου, από τον τόπο της δουλείας.
3«Μην έχεις άλλους θεούς εκτός από εμένα.
4«Μην κάνεις για τον εαυτό σου γλυπτό είδωλο ούτε καμιά εικόνα απ’ όσα βρίσκονται ψηλά στον ουρανό, κάτω στη γη ή στα νερά κάτω από τη γη. 5Μην τα προσκυνήσεις ούτε να τα λατρέψεις· εγώ, ο Πατέρας σου, είμαι Πατέρας που δεν ανέχεται αντίζηλο, που φέρνει την αμαρτία των γονιών πάνω στα παιδιά, ως την τρίτη και την τέταρτη γενιά εκείνων που με μισούν, 6δείχνω όμως την αγάπη της διαθήκης σε χιλιάδες από εκείνους που με αγαπούν και τηρούν τις εντολές μου.
7«Μην προφέρεις μάταια το όνομα του Πατέρα σου, γιατί ο Πατέρας μας δε θα αφήσει ατιμώρητο όποιον προφέρει μάταια το όνομά του.
8«Θυμήσου την ημέρα του Σαββάτου, για να την κρατάς άγια. 9Έξι μέρες θα εργάζεσαι και θα κάνεις όλες τις δουλειές σου, 10η έβδομη όμως μέρα είναι Σάββατο, αφιερωμένο στον Πατέρα σου. Μην κάνεις καμιά δουλειά — ούτε εσύ, ούτε ο γιος σου, ούτε η κόρη σου, ούτε ο δούλος σου ή η δούλη σου, ούτε τα ζώα σου, ούτε ο ξένος που μένει μέσα στις πύλες σου. 11Γιατί σε έξι μέρες ο Πατέρας μας έφτιαξε τον ουρανό, τη γη, τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτά, και την έβδομη μέρα αναπαύθηκε· γι’ αυτό ο Πατέρας μας ευλόγησε την ημέρα του Σαββάτου και την έκανε άγια.
12«Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, για να ζήσεις πολλά χρόνια στη γη που σου δίνει ο Πατέρας σου.
13«Μη σκοτώσεις.
14«Μη μοιχεύσεις.
15«Μην κλέψεις.
16«Μην καταθέσεις ψεύτικη μαρτυρία εναντίον του συνανθρώπου σου.
17«Μην επιθυμήσεις το σπίτι του συνανθρώπου σου. Μην επιθυμήσεις τη γυναίκα του συνανθρώπου σου, ούτε τον δούλο του ή τη δούλη του, ούτε το βόδι του ή το γαϊδούρι του, ούτε τίποτε απ’ όσα ανήκουν στον συνάνθρωπό σου».
18Όλος ο λαός έβλεπε τις βροντές, τις αστραπές, τον ήχο της σάλπιγγας και το βουνό να καπνίζει. Βλέποντάς τα, έτρεμαν και στάθηκαν μακριά.
19Είπαν στον Μωυσή: «Μίλα εσύ μαζί μας κι εμείς θα ακούσουμε. Όμως ας μη μας μιλήσει ο Πατέρας μας, αλλιώς θα πεθάνουμε».
20Ο Μωυσής είπε στον λαό: «Μη φοβάστε· ο Πατέρας μας ήρθε για να σας δοκιμάσει, ώστε να μένει μέσα σας ο φόβος του και να μην αμαρτάνετε». 21Ο λαός έμεινε μακριά, ενώ ο Μωυσής πλησίασε το πυκνό σκοτάδι όπου βρισκόταν ο Πατέρας μας.
Ο Μωυσής πλησιάζει
22Τότε ο Πατέρας μας είπε στον Μωυσή: «Πες στους Ισραηλίτες: Είδατε οι ίδιοι ότι σας μίλησα από τον ουρανό. 23Μην κάνετε θεούς από ασήμι για να στέκονται δίπλα μου, ούτε να φτιάξετε για τον εαυτό σας θεούς από χρυσάφι. 24Φτιάξε μου ένα θυσιαστήριο από χώμα και πάνω του να προσφέρεις τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες ειρήνης σου, τα πρόβατα και τα βόδια σου. Σε κάθε τόπο όπου θα τιμάται το όνομά μου, θα έρχομαι σ’ εσένα και θα σε ευλογώ. 25Αν μου φτιάξεις θυσιαστήριο από πέτρα, μην το χτίσεις με πελεκημένες πέτρες, γιατί, αν σηκώσεις πάνω του το εργαλείο σου, το βεβηλώνεις. 26Μην ανεβαίνεις με σκαλοπάτια στο θυσιαστήριό μου, για να μην αποκαλυφθεί πάνω του η γύμνια σου».