Η κραυγή του Δαβίδ μέσα στο σκοτάδι
Για τον πρωτοψάλτη· με έγχορδα όργανα, κατά την ογδόη. Ψαλμός του Δαβίδ.
Ο Δαβίδ είναι άρρωστος και τρέμει από τρόμο, εξαντλημένος επειδή όλη τη νύχτα μουσκεύει το κρεβάτι του με δάκρυα, και ρωτά έως πότε. Επιχειρηματολογεί ότι οι νεκροί δεν μπορούν να υμνήσουν. Έπειτα η προσευχή αλλάζει: ο Πατέρας του άκουσε το κλάμα του, και εκείνος διώχνει τους εχθρούς του.
6 1Πατέρα μου, μη με επιπλήττεις στην οργή σου ούτε να με παιδεύεις στον θυμό σου. 2Ελέησέ με, Πατέρα μου, γιατί είμαι αδύναμος· γιάτρεψέ με, Πατέρα μου, γιατί τα κόκαλά μου τρέμουν από τον τρόμο.
3Η ψυχή μου τρέμει από τον τρόμο. Μα εσύ, Πατέρα μου—ως πότε; 4Γύρισε πάλι σ’ εμένα, Πατέρα μου· γλίτωσε τη ζωή μου. Σώσε με χάρη στην πιστή σου αγάπη.
5Γιατί μέσα στον θάνατο κανείς δε σε θυμάται· στον τάφο, ποιος θα σε δοξολογήσει;
6Είμαι εξαντλημένος από τους στεναγμούς μου. Όλη τη νύχτα πλημμυρίζω με δάκρυα το κρεβάτι μου· το μουσκεύω με το κλάμα μου.
7Τα μάτια μου θόλωσαν από τη λύπη· σβήνουν εξαιτίας όλων των εχθρών μου. 8Φύγετε μακριά μου, όλοι εσείς που κάνετε το κακό, γιατί ο Πατέρας μου άκουσε τον ήχο του κλάματός μου. 9Ο Πατέρας μου άκουσε τη δέησή μου για έλεος· ο Πατέρας μου δέχεται την προσευχή μου. 10Όλοι οι εχθροί μου θα ντροπιαστούν και θα τρέμουν από τον τρόμο· θα κάνουν πίσω και ξαφνικά θα καταντροπιαστούν.