Θεραπεία με το άγγιγμά του
Ο Ιησούς αγγίζει τη λέπρα, βρίσκει μεγαλύτερη πίστη σε έναν Ρωμαίο αξιωματικό απ' ό,τι στον Ισραήλ, προειδοποιεί έναν εθελοντή ότι δεν έχει πού να κοιμηθεί, σωπαίνει μια θύελλα που οι μαθητές του ήταν βέβαιοι ότι θα τους έπνιγε, και ελευθερώνει δύο βίαιους άνδρες. Τότε ολόκληρη η πόλη τον παρακαλεί να φύγει.
8 1Όταν κατέβηκε από το βουνό, τον ακολούθησαν μεγάλα πλήθη. 2Τότε τον πλησίασε ένας λεπρός, γονάτισε μπροστά του και είπε: «Κύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις».
3Ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του και τον άγγιξε: «Θέλω· καθαρίσου». Κι αμέσως εξαφανίστηκε η λέπρα του. 4Ο Ιησούς του είπε: «Μην το πεις σε κανέναν, αλλά πήγαινε να δείξεις τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που πρόσταξε ο Μωυσής, για να τους είναι μαρτυρία».
Μια πίστη που εξέπληξε τον Ιησού
5Όταν μπήκε στην Καπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος και τον παρακαλούσε 6λέγοντας: «Κύριε, ο δούλος μου είναι ξαπλωμένος στο σπίτι παράλυτος και υποφέρει φοβερά».
7Εκείνος του είπε: «Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω».
8Ο εκατόνταρχος απάντησε: «Κύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου· μόνο πες έναν λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. 9Γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος κάτω από εξουσία, κι έχω στρατιώτες στη διοίκησή μου. Λέω στον έναν: “Πήγαινε”, και πηγαίνει· στον άλλον: “Έλα”, και έρχεται· στον δούλο μου: “Κάνε αυτό”, και το κάνει».
10Ακούγοντάς το ο Ιησούς εξεπλάγη και είπε σ' εκείνους που τον ακολουθούσαν: «Αληθινά σας λέω, σε κανέναν μέσα στον Ισραήλ δε βρήκα τόσο μεγάλη πίστη. 11Σας λέω πως πολλοί θα έρθουν από ανατολή και δύση και θα καθίσουν στο τραπέζι μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στη βασιλεία του Πατέρα μας, 12οι γιοι όμως της βασιλείας θα ριχτούν στο σκοτάδι το εξώτερο, όπου θα υπάρχει κλάμα και τρίξιμο δοντιών». 13Τότε ο Ιησούς είπε στον εκατόνταρχο: «Πήγαινε, κι ας γίνει για σένα όπως πίστεψες». Και γιατρεύτηκε ο δούλος του εκείνη την ώρα.
Ο Ιησούς θεραπεύει στο σπίτι του Πέτρου
14Όταν μπήκε ο Ιησούς στο σπίτι του Πέτρου, είδε την πεθερά του Πέτρου ξαπλωμένη στο κρεβάτι με πυρετό. 15Άγγιξε το χέρι της· την άφησε ο πυρετός, κι εκείνη σηκώθηκε και τον υπηρετούσε. 16Εκείνο το βράδυ του έφεραν πολλούς βασανισμένους από δαιμόνια· με έναν λόγο έδιωξε τα πνεύματα και θεράπευσε όλους τους αρρώστους. 17Έτσι εκπληρώθηκαν τα λόγια του προφήτη Ησαΐα: «Αυτός πήρε τις αδυναμίες μας και σήκωσε τις αρρώστιες μας».
Το τίμημα του να ακολουθείς τον Ιησού
18Όταν ο Ιησούς είδε ένα πλήθος γύρω του, πρόσταξε να περάσουν στην απέναντι όχθη. 19Τότε τον πλησίασε ένας γραμματέας και του είπε: «Δάσκαλε, θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας».
20Ο Ιησούς του είπε: «Οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πουλιά του ουρανού έχουν κούρνιες, ο Υιός του Ανθρώπου όμως δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του».
21Ένας άλλος από τους μαθητές του είπε: «Κύριε, άφησέ με πρώτα να πάω να θάψω τον πατέρα μου».
22Ο Ιησούς όμως του είπε: «Ακολούθησέ με, κι άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς».
Ο Ιησούς γαληνεύει τη θύελλα
23Όταν μπήκε στο καράβι, τον ακολούθησαν οι μαθητές του. 24Ξαφνικά σηκώθηκε μεγάλη θύελλα στη λίμνη, ώστε τα κύματα σκέπαζαν το καράβι· εκείνος όμως κοιμόταν. 25Τότε τον ξύπνησαν: «Κύριε, σώσε μας! Χανόμαστε!»
26Εκείνος τους είπε: «Γιατί φοβάστε, ολιγόπιστοι;» Ύστερα σηκώθηκε, επιτίμησε τους ανέμους και τη θάλασσα, κι έγινε μεγάλη γαλήνη.
27Οι άνθρωποι έμειναν κατάπληκτοι: «Τι άνθρωπος είναι αυτός, που ακόμη κι οι άνεμοι κι η θάλασσα τον υπακούν;»
Ο Υιός του Πατέρα αντιμετωπίζει το σκοτάδι
28Όταν πέρασε στην απέναντι όχθη, στην περιοχή των Γαδαρηνών, βγήκαν από τα μνήματα δύο δαιμονισμένοι για να τον συναντήσουν, τόσο άγριοι που κανείς δεν μπορούσε να περάσει από εκείνον τον δρόμο. 29Φώναξαν: «Τι θέλεις από μας, Υιέ του Θεού; Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις πριν από την ώρα;» 30Λίγο πιο μακριά τους έβοσκε ένα κοπάδι με πολλούς χοίρους. 31Και τα δαιμόνια τον παρακαλούσαν: «Αν μας διώξεις, στείλε μας στο κοπάδι των χοίρων».
32Εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε». Βγήκαν και μπήκαν στους χοίρους, κι ολόκληρο το κοπάδι όρμησε από τον γκρεμό στη θάλασσα και πνίγηκε μέσα στα νερά.
33Οι βοσκοί έφυγαν στην πόλη κι ανήγγειλαν τα πάντα, καθώς και όσα είχαν συμβεί στους δαιμονισμένους. 34Ολόκληρη η πόλη βγήκε να συναντήσει τον Ιησού· μόλις τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από την περιοχή τους.