Γλώσσες ακονισμένες σαν σπαθιά
Για τον πρωτοψάλτη. Ψαλμός του Δαβίδ.
Το όπλο εδώ είναι ο λόγος — γλώσσες ακονισμένες σαν σπαθιά, πικρά λόγια που ρίχνονται από ενέδρα σε κάποιον άμεμπτο, από ραδιούργους βέβαιους ότι κανείς δεν μπορεί να δει το σχέδιο. Ένα βέλος από τον Πατέρα μας απαντά, και οι ίδιες τους οι γλώσσες τούς ρίχνουν κάτω.
64 1Άκουσε τη φωνή μου, Πατέρα μου, στο παράπονό μου· προστάτεψε τη ζωή μου από τον τρόμο του εχθρού. 2Κρύψε με από τα κρυφά σχέδια των πονηρών, από το θορυβώδες πλήθος εκείνων που κάνουν το κακό. 3Ακονίζουν τις γλώσσες τους σαν σπαθιά· ρίχνουν τα πικρά τους λόγια σαν βέλη, 4για να τοξεύσουν από ενέδρα τον άμεμπτο· τον τοξεύουν ξαφνικά και χωρίς φόβο. 5Κρατούν σταθερά τον κακό τους σκοπό· μιλούν για παγίδες που θα κρύψουν και λένε: «Ποιος θα τις δει;»
6Σχεδιάζουν αδικία και λένε: «Τελειοποιήσαμε ένα καλομελετημένο σχέδιο». Οι μύχιες σκέψεις και η καρδιά του ανθρώπου είναι βαθιές. 7Αλλά ο Πατέρας μας θα τους τοξεύσει με βέλος· ξαφνικά θα πληγωθούν. 8Οδηγούνται στην πτώση· οι ίδιες οι γλώσσες τους στρέφονται εναντίον τους· όλοι όσοι τους βλέπουν θα κουνήσουν το κεφάλι τους.
9Τότε όλοι θα φοβηθούν· θα διακηρύξουν το έργο του Πατέρα μας και θα στοχαστούν αυτό που έκανε. 10Ας χαρούν οι δίκαιοι στον Πατέρα μας και ας καταφύγουν σ’ αυτόν· ας αναφωνήσουν από χαρά όλοι οι ευθείς στην καρδιά!