Η προσευχή του αθώου
Προσευχή του Δαβίδ.
Ο Δαβίδ ζητά να ακουστεί ως αθώος άνθρωπος, με την καρδιά του εξετασμένη μέσα στη νύχτα και τα πόδια του να μη γλιστρούν. Κυνηγημένος από λιοντάρι που παραμονεύει, ζητά να φυλαχτεί σαν την κόρη του ματιού, και κοιτάζει πέρα από τους εχθρούς του, στο να δει το πρόσωπο του Πατέρα του.
17 1Άκουσε μια δίκαιη υπόθεση, Πατέρα μου· πρόσεξε την κραυγή μου· άκουσε την προσευχή μου από χείλη χωρίς δόλο. 2Ας έρθει η δικαίωσή μου από την παρουσία σου· ας δουν τα μάτια σου το δίκαιο.
3Ερεύνησες την καρδιά μου, με εξέτασες τη νύχτα, με δοκίμασες και δεν βρήκες τίποτα· αποφάσισα πως το στόμα μου δεν θα αμαρτήσει. 4Όσο για τα έργα των ανθρώπων, με τον λόγο των χειλιών σου κράτησα τον εαυτό μου μακριά από τους δρόμους των βίαιων. 5Τα βήματά μου κράτησαν σταθερά στους δρόμους σου· τα πόδια μου δεν γλίστρησαν.
6Σε επικαλούμαι, γιατί εσύ θα μου απαντήσεις, Πατέρα μου· άκουσέ με· άκουσε τα λόγια μου. 7Δείξε το θαύμα της πιστής σου αγάπης, εσύ που σώζεις με το δεξί σου χέρι όσους καταφεύγουν σε σένα από τους εχθρούς τους. 8Φύλαξέ με σαν την κόρη του ματιού σου· κρύψε με στη σκιά των φτερών σου, 9από τους ασεβείς που μου επιτίθενται, τους θανάσιμους εχθρούς μου που με περικυκλώνουν.
10Έκλεισαν τις σκληρυμένες καρδιές τους· τα στόματά τους μιλούν με αλαζονεία. 11Μας εντόπισαν και τώρα μας περικυκλώνουν· καρφώνουν τα μάτια τους για να μας ρίξουν στο έδαφος. 12Είναι σαν λιοντάρι πεινασμένο να κατασπαράξει το θήραμά του, σαν νεαρό λιοντάρι που παραμονεύει κρυμμένο.
13Σήκω, Πατέρα μου! Αντιμετώπισέ τον, ρίξε τον κάτω! Γλίτωσε τη ζωή μου από τον ασεβή με το σπαθί σου, 14με το χέρι σου, Πατέρα μου, από τέτοιους ανθρώπους—από ανθρώπους αυτού του κόσμου που η ανταμοιβή τους είναι σ’ αυτή τη ζωή. Γεμίζεις την κοιλιά τους μ’ αυτά που έχεις αποθηκεύσει· τα παιδιά τους έχουν άφθονα, και αφήνουν την αφθονία τους στα μικρά τους.
15Όσο για μένα, θα δω το πρόσωπό σου με δικαιοσύνη· όταν ξυπνήσω, θα χορτάσω βλέποντας την ομοίωσή σου.