Η ελευθερία που απαρνιέται ο Παύλος
Ο Παύλος έχει κάθε δικαίωμα να συντηρείται όπως οι άλλοι απόστολοι, και το αποδεικνύει από τον νόμο και τον ναό — και ύστερα το αρνείται. Κάνει τον εαυτό του δούλο όλων, Ιουδαίο για τους Ιουδαίους, αδύναμο για τους αδύναμους, πειθαρχώντας τον εαυτό του ώστε κάποιοι να σωθούν.
9 1Δεν είμαι ελεύθερος; Δεν είμαι απόστολος; Δεν είδα τον Ιησού, τον Κύριό μας; Δεν είστε εσείς το έργο μου στον Κύριο; 2Αν για άλλους δεν είμαι απόστολος, για σας σίγουρα είμαι· γιατί εσείς είστε η σφραγίδα της αποστολής μου στον Κύριο.
3Αυτή είναι η απολογία μου σ' εκείνους που θέλουν να με ανακρίνουν: 4Δεν έχουμε το δικαίωμα να τρώμε και να πίνουμε; 5Δεν έχουμε το δικαίωμα να παίρνουμε μαζί μας μια πιστή σύζυγο, όπως οι άλλοι απόστολοι, οι αδελφοί του Κυρίου και ο Κηφάς; 6Ή μήπως μόνο εγώ κι ο Βαρνάβας δεν έχουμε το δικαίωμα να μην εργαζόμαστε για να ζήσουμε; 7Ποιος υπηρετεί ως στρατιώτης με δικά του έξοδα; Ποιος φυτεύει αμπέλι και δεν τρώει από τον καρπό του; Ή ποιος βόσκει ένα κοπάδι και δεν πίνει από το γάλα του;
8Μήπως τα λέω αυτά μόνο κατά τον ανθρώπινο τρόπο; Δεν τα λέει αυτά και ο νόμος; 9Γιατί ο νόμος του Μωυσή λέει: «Μη βάζεις φίμωτρο στο βόδι που αλωνίζει». Μήπως για τα βόδια νοιάζεται ο Πατέρας μας; 10Ή μήπως τα λέει εξ ολοκλήρου για μας; Ναι, για μας γράφτηκε· αυτός που οργώνει πρέπει να οργώνει με ελπίδα, κι αυτός που αλωνίζει, με την ελπίδα ότι θα πάρει το μερίδιό του από τη σοδειά. 11Αν εμείς σπείραμε ανάμεσά σας πνευματικά αγαθά, είναι υπερβολικό να θερίσουμε από σας υλικά; 12Αν άλλοι έχουν αυτό το δικαίωμα πάνω σας, δεν το έχουμε ακόμη περισσότερο εμείς; Κι όμως δεν το χρησιμοποιήσαμε· αντίθετα, τα υπομένουμε όλα, για να μη βάλουμε εμπόδιο στο ευαγγέλιο του Χριστού.
13Δεν ξέρετε πως αυτοί που εργάζονται στον ναό τρώνε από τα φαγητά του ναού, κι αυτοί που υπηρετούν στο θυσιαστήριο παίρνουν μερίδιο από τις προσφορές του θυσιαστηρίου; 14Έτσι κι ο Κύριος όρισε, αυτοί που κηρύττουν το ευαγγέλιο να ζουν από το ευαγγέλιο. 15Εγώ όμως δεν χρησιμοποίησα κανένα από αυτά τα δικαιώματα, κι ούτε τα γράφω αυτά για να τα απαιτήσω για τον εαυτό μου. Προτιμώ να πεθάνω παρά να αφήσω κανέναν να μου αδειάσει το καύχημά μου. 16Το ότι κηρύττω το ευαγγέλιο δεν μου δίνει κανέναν λόγο για καύχηση· είναι ανάγκη που μου έχει επιβληθεί. Αλίμονό μου αν δεν το κηρύξω! 17Γιατί, αν το κάνω αυτό με τη θέλησή μου, έχω ανταμοιβή· αν όμως άθελά μου, και πάλι μου έχει ανατεθεί μια αποστολή. 18Ποια είναι λοιπόν η ανταμοιβή μου; Το ότι, κηρύττοντας, προσφέρω το ευαγγέλιο δωρεάν, χωρίς να χρησιμοποιώ όλο το δικαίωμά μου μέσα στο ευαγγέλιο.
19Γιατί, αν και είμαι ελεύθερος απ' όλους, έκανα τον εαυτό μου δούλο σε όλους, για να κερδίσω περισσότερους. 20Στους Ιουδαίους έγινα σαν Ιουδαίος, για να κερδίσω τους Ιουδαίους. Σ' αυτούς που είναι κάτω από τον νόμο έγινα σαν να είμαι κι εγώ κάτω από τον νόμο —αν και ο ίδιος δεν είμαι— για να κερδίσω αυτούς που είναι κάτω από τον νόμο. 21Σ' αυτούς που είναι έξω από τον νόμο έγινα σαν να είμαι έξω από τον νόμο (όχι πως είμαι έξω από τον νόμο του Πατέρα μας, αλλά μέσα στον νόμο του Χριστού), για να κερδίσω αυτούς που είναι έξω από τον νόμο. 22Στους αδύναμους έγινα αδύναμος, για να κερδίσω τους αδύναμους. Έγινα τα πάντα για όλους, για να σώσω με κάθε τρόπο μερικούς. 23Όλα αυτά τα κάνω για χάρη του ευαγγελίου, για να μετάσχω κι εγώ στις ευλογίες του.
24Δεν ξέρετε πως σ' έναν αγώνα δρόμου τρέχουν όλοι, αλλά μόνο ένας παίρνει το βραβείο; Να τρέχετε λοιπόν έτσι, ώστε να το κερδίσετε. 25Καθένας που αγωνίζεται εγκρατεύεται σε όλα· εκείνοι το κάνουν για να κερδίσουν ένα στεφάνι που μαραίνεται —το δικό μας όμως δεν μαραίνεται. 26Εγώ λοιπόν δεν τρέχω χωρίς σκοπό, κι ούτε πυγμαχώ χτυπώντας στον αέρα. 27Αλλά σκληραγωγώ το σώμα μου και το υποτάσσω, ώστε, αφού κήρυξα σε άλλους, να μην αποδοκιμαστώ εγώ ο ίδιος.