Η γη με το βουητό των φτερών
Απεσταλμένοι σπεύδουν με βάρκες από πάπυρο από ένα μακρινό, φοβερό έθνος, αλλά ο Πατέρας μας λέει ότι απλώς θα μείνει ήσυχος και θα παρατηρεί, σαν ζέστη στο φως του ήλιου, ως τη στιγμή πριν από τον θερισμό — και τότε θα κλαδέψει τα βλαστάρια. Αργότερα ο ίδιος εκείνος λαός φέρνει μόνος του δώρα στο όρος Σιών.
18 1Αλίμονο, γη με το βουητό των φτερών, πέρα από τα ποτάμια της Αιθιοπίας, 2που στέλνει πρέσβεις από τη θάλασσα, μέσα σε πλεούμενα από πάπυρο πάνω στα νερά. Πηγαίνετε, γρήγοροι αγγελιοφόροι, σ’ ένα έθνος ψηλό και με λείο δέρμα, σ’ έναν λαό φοβερό από κοντά κι από μακριά, ένα έθνος δυνατό και καταπατητικό, που τη γη του τη διασχίζουν ποτάμια. 3Όλοι εσείς οι κάτοικοι του κόσμου, εσείς που κατοικείτε στη γη: όταν υψωθεί σημαία στα βουνά, κοιτάξτε! Όταν ηχήσει σάλπιγγα, ακούστε!
4Γιατί να τι μου είπε ο Πατέρας μας: Θα μείνω ήσυχος, και θα κοιτάζω από τον τόπο της κατοικίας μου, σαν τη διάφανη ζέστη στο φως του ήλιου, σαν σύννεφο δροσιάς μέσα στον καύσωνα του θερισμού.
5Γιατί πριν από τον θερισμό, όταν τελειώσει το άνθισμα και το μπουμπούκι γίνει σταφύλι που ωριμάζει, ο Πατέρας μας θα κόψει τα βλαστάρια με κλαδευτήρια, και τα κλαδιά που απλώνονται θα τα αφαιρέσει και θα τα κλαδέψει. 6Όλα θα μείνουν για τα αρπακτικά πουλιά των βουνών και για τα θηρία της γης. Τα αρπακτικά πουλιά θα περάσουν πάνω τους το καλοκαίρι, και όλα τα θηρία της γης θα περάσουν πάνω τους τον χειμώνα. 7Εκείνον τον καιρό θα φερθούν δώρα στον Πατέρα των ουράνιων στρατιών, από έναν λαό ψηλό και με λείο δέρμα, από έναν λαό φοβερό από κοντά κι από μακριά, ένα έθνος δυνατό και καταπατητικό, που τη γη του τη διασχίζουν ποτάμια—στον τόπο του ονόματος του Πατέρα των ουράνιων στρατιών, στο όρος Σιών.