Η γη που σου δίνει ο Πατέρας σου
Φέρνοντας τους πρώτους καρπούς της σοδειάς, ο προσκυνητής απαγγέλλει μεγαλόφωνα τη δική του ιστορία — ο πατέρας μου ήταν ένας περιπλανώμενος Αραμαίος, φωνάξαμε, ο Πατέρας μας άκουσε και μας έβγαλε — και έπειτα δίνει και χαίρεται μαζί με τον Λευίτη και τον ξένο. Σήμερα διακήρυξε ότι είσαι ο λαός του.
26 1Όταν μπεις στη γη που σου δίνει ο Πατέρας σου ως κληρονομιά, κυρίεψέ την και κατοίκησε σ’ αυτήν, 2πάρε μερικά από τα πρωτογεννήματα όλων των προϊόντων της γης που θα θερίσεις από τη γη που σου δίνει ο Πατέρας σου, βάλ’ τα σ’ ένα καλάθι και πήγαινε στον τόπο που θα διαλέξει ο Πατέρας σου για να εγκαταστήσει εκεί το όνομά του. 3Πήγαινε στον ιερέα που θα υπηρετεί τότε και πες: «Δηλώνω σήμερα στον Πατέρα σου ότι μπήκα στη γη που ο Πατέρας μας ορκίστηκε στους προγόνους μας να μας δώσει». 4Ο ιερέας θα πάρει το καλάθι από το χέρι σου και θα το αποθέσει μπροστά στο θυσιαστήριο του Πατέρα σου. 5Δήλωσε μπροστά στον Πατέρα σου: «Ο πατέρας μου ήταν ένας περιπλανώμενος Αραμαίος, που κατέβηκε στην Αίγυπτο και έζησε εκεί ως ξένος, λίγοι στον αριθμό, κι εκεί έγινε έθνος μεγάλο, ισχυρό και πολυάριθμο». 6Αλλά οι Αιγύπτιοι μάς κακομεταχειρίστηκαν, μάς καταπίεσαν και μάς ανάγκασαν σε σκληρή δουλειά. 7Κράξαμε στον Πατέρα μας· ο Πατέρας μας άκουσε την κραυγή μας και είδε τα βάσανά μας, τον μόχθο και την καταπίεσή μας. 8Έτσι ο Πατέρας μας μάς έβγαλε από την Αίγυπτο με δυνατό χέρι, με απλωμένο βραχίονα, με μεγάλο τρόμο, με σημεία και τέρατα. 9Μας έφερε εδώ και μας έδωσε αυτή τη γη, μια γη που ρέει γάλα και μέλι. 10«Τώρα έφερα τα πρωτογεννήματα της γης που εσύ, Πατέρα μας, μου έδωσες». Έπειτα απόθεσέ τα μπροστά του και προσκύνησε μπροστά του. 11Να χαίρεσαι για όλα τα καλά που σου έδωσε ο Πατέρας σου, εσένα και το σπιτικό σου — εσύ, ο Λευίτης και ο ξένος που ζει ανάμεσά σου.
12Όταν τελειώσεις να προσφέρεις ολόκληρο το δέκατο της σοδειάς σου τον τρίτο χρόνο, τον χρόνο του δεκάτου, και το δώσεις στον Λευίτη, στον ξένο, στο ορφανό και στη χήρα, για να φάνε στις πόλεις σου και να χορτάσουν, 13τότε πες μπροστά στον Πατέρα σου: Έβγαλα το ιερό μερίδιο από το σπίτι μου και το έδωσα στον Λευίτη, στον ξένο, στο ορφανό και στη χήρα, ακριβώς όπως με πρόσταξες. Δεν παράκουσα ούτε ξέχασα τις εντολές σου. 14Δεν έφαγα τίποτε απ’ αυτό όσο πενθούσα, δεν απομάκρυνα τίποτε όντας ακάθαρτος, δεν έδωσα τίποτε στους νεκρούς. Υπάκουσα στη φωνή του Πατέρα μου· έκανα όλα όσα με πρόσταξες. 15Κοίταξε κάτω από την άγια κατοικία σου στον ουρανό, ευλόγησε τον λαό σου τον Ισραήλ και τη γη που μας έδωσες, όπως ορκίστηκες στους πατέρες μας — μια γη που ρέει γάλα και μέλι.
Υπακοή με όλη την καρδιά και την ψυχή
16Σήμερα ο Πατέρας σου σε προστάζει να εκτελείς αυτούς τους νόμους και τις κρίσεις· κράτησέ τους και εκτέλεσέ τους με όλη σου την καρδιά και με όλη σου την ψυχή. 17Σήμερα δήλωσες ότι ο Πατέρας σου είναι ο Πατέρας σου — να βαδίζεις στους δρόμους του, να κρατάς τους νόμους του, τις εντολές του και τις κρίσεις του, και να τον υπακούς. 18Σήμερα ο Πατέρας σου σε δήλωσε λαό του, δικό του πολύτιμο θησαυρό, όπως σου υποσχέθηκε, και ότι πρέπει να κρατάς όλες τις εντολές του, 19και θα σε ανυψώσει πάνω απ’ όλα τα έθνη που δημιούργησε, για έπαινο, φήμη και τιμή, και ότι θα είσαι λαός άγιος στον Πατέρα σου, όπως υποσχέθηκε.