Απομένει ελπίδα για τον λαό του Πατέρα
Ο Σεχανίας λέει φωναχτά ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα, και η σύναξη μαζεύεται μέσα στη χειμωνιάτικη βροχή για να κάνει διαθήκη με τον Πατέρα μας ότι οι γάμοι με τις ξένες θα λυθούν. Ο Έσδρας ορίζει άνδρες να εξετάσουν κάθε περίπτωση πόλη προς πόλη, και όσοι είχαν αθετήσει την πίστη κατονομάζονται.
10 1Καθώς ο Έσδρας προσευχόταν κι εξομολογούνταν, έκλαιγε και ήταν πεσμένος μπροστά στον ναό του Πατέρα μας, συγκεντρώθηκε γύρω του ένα τεράστιο πλήθος από τον Ισραήλ —άντρες, γυναίκες και παιδιά— κι ο λαός έκλαιγε πικρά. 2Τότε ο Σεχανίας, γιος του Ιεχιήλ, ένας από τους απογόνους του Ελάμ, είπε στον Έσδρα: «Φανήκαμε άπιστοι στον Πατέρα μας και παντρευτήκαμε ξένες γυναίκες από τους λαούς της γης. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ακόμη ελπίδα για τον Ισραήλ. 3Τώρα λοιπόν, ας κάνουμε διαθήκη με τον Πατέρα μας να διώξουμε όλες αυτές τις γυναίκες και τα παιδιά τους, σύμφωνα με τη συμβουλή του κυρίου μου κι εκείνων που τρέμουν την εντολή του Πατέρα μας· ας γίνει σύμφωνα με τον Νόμο. 4Σήκω, γιατί αυτή η υπόθεση βαραίνει εσένα, κι εμείς είμαστε μαζί σου. Πάρε θάρρος και δράσε».
5Τότε ο Έσδρας σηκώθηκε κι έβαλε τους αρχιερείς, τους Λευίτες και όλον τον Ισραήλ να ορκιστούν ότι θα έκαναν όπως συμφωνήθηκε. Κι εκείνοι ορκίστηκαν.
6Έπειτα ο Έσδρας σηκώθηκε μπροστά από τον ναό του Πατέρα μας και πήγε στο δωμάτιο του Ιωχανάν, γιου του Ελιασίβ, όπου έμεινε τη νύχτα χωρίς ψωμί ούτε νερό, γιατί πενθούσε για την απιστία των εξορίστων. 7Ύστερα έστειλαν μήνυμα σε όλον τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ, να συγκεντρωθούν στην Ιερουσαλήμ όλοι όσοι είχαν γυρίσει από την εξορία. 8Όποιος δεν ερχόταν μέσα σε τρεις μέρες, σύμφωνα με την απόφαση των αρχόντων και των πρεσβυτέρων, θα έχανε όλη την περιουσία του και θα αποκλειόταν από τη σύναξη των εξορίστων.
9Όλοι οι άντρες του Ιούδα και του Βενιαμίν συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ μέσα σε τρεις μέρες —την εικοστή μέρα του ένατου μήνα. Όλος ο λαός κάθισε στην πλατεία μπροστά στον ναό του Πατέρα μας, τρέμοντας για αυτή την υπόθεση και για τις δυνατές βροχές.
10Ο Έσδρας ο ιερέας σηκώθηκε και τους είπε: «Φανήκατε άπιστοι, παντρεύοντας ξένες γυναίκες, κι έτσι προσθέσατε στην ενοχή του Ισραήλ. 11Τώρα εξομολογηθείτε στον Πατέρα μας, τον Θεό των πατέρων σας, και κάντε το θέλημά του. Ξεχωριστείτε από τους λαούς της γης κι από τις ξένες γυναίκες».
12Τότε όλη η σύναξη απάντησε με δυνατή φωνή: «Ναι! Πρέπει να κάνουμε όπως είπες. 13Όμως ο λαός είναι πολύς, κι είναι η εποχή των βροχών, γι’ αυτό δεν μπορούμε να στεκόμαστε έξω. Δεν είναι δουλειά μιας ή δυο ημερών, γιατί αμαρτήσαμε πολύ σε αυτή την υπόθεση. 14Ας ενεργήσουν οι αρχηγοί μας εκ μέρους όλης της σύναξης. Κι όλοι όσοι στις πόλεις μας παντρεύτηκαν ξένες γυναίκες ας έρχονται σε ορισμένους χρόνους, μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους κριτές της κάθε πόλης, ωσότου απομακρυνθεί από μας η φλογερή οργή του Πατέρα μας για αυτή την υπόθεση».
15Μόνο ο Ιωνάθαν, γιος του Ασαήλ, κι ο Ιαζίας, γιος του Τικβά, αντιτάχθηκαν σε αυτό· ο Μεσουλάμ κι ο Σαββεθαΐ ο Λευίτης τους υποστήριξαν.
16Έτσι οι εξόριστοι έκαναν αυτό. Ο Έσδρας ο ιερέας διάλεξε άντρες, αρχηγούς των πατρικών οίκων, καθέναν ονομαστικά, για τον πατρικό του οίκο. Την πρώτη μέρα του δέκατου μήνα κάθισαν να εξετάσουν την υπόθεση, 17και ως την πρώτη μέρα του πρώτου μήνα τελείωσαν με όλους τους άντρες που είχαν παντρευτεί ξένες γυναίκες.
Εκείνοι που είχαν φανεί άπιστοι
18Ανάμεσα στους γιους των ιερέων που βρέθηκε ότι είχαν παντρευτεί ξένες γυναίκες ήταν: από τους γιους του Ιησού, γιου του Ιωσεδέκ, και τους αδελφούς του —ο Μαασίας, ο Ελιέζερ, ο Ιαρίβ κι ο Γεδαλίας.
19Αυτοί υποσχέθηκαν να διώξουν τις γυναίκες τους· κι επειδή ήταν ένοχοι, πρόσφεραν ένα κριάρι από το κοπάδι για την ενοχή τους.
20Από τους γιους του Ιμμήρ: ο Ανανί κι ο Ζεβαδίας.
21Από τους γιους του Χαρίμ: ο Μαασίας, ο Ηλίας, ο Σεμαΐας, ο Ιεχιήλ κι ο Οζίας.
22Από τους γιους του Πασχώρ: ο Ελιωηνάι, ο Μαασίας, ο Ισμαήλ, ο Ναθαναήλ, ο Ιωζαβάδ κι ο Ελασά.
23Από τους Λευίτες: ο Ιωζαβάδ, ο Σιμεΐ, ο Κελαΐας (δηλαδή ο Κελιτά), ο Πεθαΐας, ο Ιούδας κι ο Ελιέζερ.
24Από τους ψάλτες: ο Ελιασίβ. Από τους θυρωρούς: ο Σαλλούμ, ο Τελέμ κι ο Ουρί.
25Κι από τον Ισραήλ: από τους γιους του Φαρώς —ο Ραμίας, ο Ιεζίας, ο Μαλχίας, ο Μιαμίν, ο Ελεάζαρ, ο Μαλχίας κι ο Βεναΐας.
26Από τους γιους του Ελάμ: ο Ματτανίας, ο Ζαχαρίας, ο Ιεχιήλ, ο Αβδί, ο Ιεριμώθ κι ο Ηλίας.
27Από τους γιους του Ζατθού: ο Ελιωηνάι, ο Ελιασίβ, ο Ματτανίας, ο Ιεριμώθ, ο Ζαβάδ κι ο Αζιζά.
28Από τους γιους του Βεβαί: ο Ιωχανάν, ο Ανανίας, ο Ζαββαί κι ο Αθλαΐ.
29Από τους γιους του Βανί: ο Μεσουλάμ, ο Μαλλούχ, ο Αδαΐας, ο Ιασούβ, ο Σεάλ κι ο Ιεριμώθ.
30Από τους γιους του Φαάθ-Μωάβ: ο Αδνά, ο Χελάλ, ο Βεναΐας, ο Μαασίας, ο Ματτανίας, ο Βεσελεήλ, ο Βιννουΐ κι ο Μανασσής.
31Από τους γιους του Χαρίμ: ο Ελιέζερ, ο Ισσίας, ο Μαλχίας, ο Σεμαΐας, ο Συμεών, 32ο Βενιαμίν, ο Μαλλούχ κι ο Σεμαρίας.
33Από τους γιους του Ασούμ: ο Ματθεναΐ, ο Ματταθά, ο Ζαβάδ, ο Ελιφελέτ, ο Ιερεμαΐ, ο Μανασσής κι ο Σιμεΐ.
34Από τους γιους του Βανί: ο Μααδαΐ, ο Αμράμ, ο Ουήλ, 35ο Βεναΐας, ο Βεδεΐας, ο Χελουΐ, 36ο Βανίας, ο Μεριμώθ, ο Ελιασίβ, 37ο Ματτανίας, ο Ματθεναΐ κι ο Ιαασού. 38Από τους γιους του Βιννουΐ: ο Σιμεΐ, 39ο Σελεμίας, ο Ναθάν, ο Αδαΐας, 40ο Μαχναδεβαΐ, ο Σασαΐ, ο Σαραΐ, 41ο Αζαρεήλ, ο Σελεμίας, ο Σεμαρίας, 42ο Σαλλούμ, ο Αμαρίας κι ο Ιωσήφ.
43Από τους γιους του Νεβώ: ο Ιεϊήλ, ο Ματταθίας, ο Ζαβάδ, ο Ζεβινά, ο Ιαδδαΐ, ο Ιωήλ κι ο Βεναΐας.
44Όλοι αυτοί είχαν παντρευτεί ξένες γυναίκες, και μερικοί από αυτούς είχαν γυναίκες με τις οποίες είχαν αποκτήσει παιδιά.