Δικαίωσέ με, Πατέρα μου
Το ίδιο παράπονο συνεχίζεται — γιατί να περιφέρεται μέσα στη θλίψη, απορριμμένος. Αντί να ζητήσει ανακούφιση, ζητά να σταλούν φως και αλήθεια ως οδηγοί, για να τον φέρουν πίσω στο θυσιαστήριο και στη μεγαλύτερη χαρά του. Η επωδός επιστρέφει: έλπιζε στον Πατέρα μας.
43 1Δικαίωσέ με, Πατέρα μου, και υπεράσπισε την υπόθεσή μου ενάντια σε ένα άπιστο έθνος· γλίτωσέ με από τον δόλιο και άδικο άνθρωπο. 2Γιατί εσύ είσαι ο Πατέρας μου, το οχυρό μου. Γιατί με απέρριψες; Γιατί πρέπει να τριγυρνώ σκυθρωπός, καταπιεσμένος από τον εχθρό; 3Στείλε το φως σου και την αλήθεια σου· ας με οδηγήσουν· ας με φέρουν στο άγιο βουνό σου, στον τόπο όπου κατοικείς. 4Τότε θα πάω στο θυσιαστήριο του Πατέρα μας, σ’ αυτόν, τη μεγαλύτερη χαρά μου· και θα υμνήσω τον Πατέρα μου με τη λύρα. 5Γιατί είσαι θλιμμένη, ψυχή μου, και γιατί ταράζεσαι μέσα μου; Έλπισε στον Πατέρα μας· γιατί θα τον υμνήσω ακόμη, τη σωτηρία μου και τον Πατέρα μου.